Στα «ΝΕΑ»: «Πώς γίνεται οι διάδικοι σε μία δίκη για 104 θύματα να χώρεσαν σε μία αίθουσα πολύ μικρότερη από αυτήν που δημιουργήθηκε για μία δίκη για 57 θύματα; Πώς γίνεται το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης να έχει χωρητικότητα 150 θέσεων και στο δημόσιο λόγο να αντηχούν οργισμένες κραυγές ότι ήταν μικρή μία δικαστική αίθουσα στην οποία είχαν προβλεφθεί 450 θέσεις; Γίνεται. Όταν πολιτικοί τυμβωρύχοι είναι αποφασισμένοι να το πάνε… μέχρι τέλους.
Όταν η κομματική ιδιοτέλεια επισκιάζει την επιθυμία για Δικαιοσύνη και η επιδίωξη πολιτικού οφέλους υπερισχύει της αναζήτησης του δικαίου. Όταν δεν υπάρχει ούτε στοιχειώδης ντροπή απέναντι σε ανθρώπους που έχασαν τους αγαπημένους τους και θέλουν επιτέλους να ξεκινήσει η δίκη για να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι. Όταν το πολιτικό μεροκάματο παύει να βγαίνει από ξυλόλια και χαμένα βαγόνια και πρέπει να επινοηθεί νέο τέχνασμα καθυστέρησης. Αυτό που εκτυλίχθηκε στη Λάρισα ήταν ένα ακόμα επεισόδιο της αδιάκοπης προσπάθειας δόμησης αντιπολιτευτικής ύλης στα αποκαΐδια ενός τραγικού σιδηροδρομικού δυστυχήματος. Επί τρία χρόνια κατάφεραν να αποπροσανατολίσουν την συζήτηση με φανταστικά σενάρια, συνωμοσιολογικές θεωρίες, μέχρι και χυδαία υπονοούμενα ότι, ας πούμε, ο Πρωθυπουργός της χώρας διέταξε την δολοφονία του γιου εισαγγελέως της Λάρισας για να την απειλήσει.
Δεν δίστασαν να βγάλουν λαθρεμπόρους νεκρούς ανθρώπους για να εξυπηρετήσουν το κομματικό τους αφήγημα και δεν ζήτησαν συγνώμη ούτε όταν άκουσαν την μητέρα του 35χρονου μηχανοδηγού της εμπορικής αμαξοστοιχίας που δήλωσε σπαρακτικά «το παιδί μου λοιδορήθηκε όσο τίποτε άλλο. Είναι ο Σπύρος ο Βούλγαρης, ο μηχανοδηγός, ένας από τους δύο μηχανοδηγούς της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Δεν μίλησα ποτέ, ακούστηκαν πολλά λόγια μέσα στην Βουλή. Ελπίζω αυτό το παιδί να είναι ήσυχο εκεί που είναι. Εμείς σαν γονείς στην αρχή ντρεπόμασταν να βγούμε έξω». Κάποιοι μάλιστα προσποιούνται ότι ξέχασαν πως στην πρώτη συγκέντρωση των συγγενών που είχε γίνει στη Λάρισα, τους είχε ζητηθεί να απομακρυνθούν λόγω «αντικρουόμενων συμφερόντων». Η διαχείριση της τραγωδίας υπογράμμισε την μικρότητα του πολιτικού συστήματος, αλλά και την επιπολαιότητα τη δική μας των δημοσιογράφων που δώσαμε λόγο σε δήθεν τεχνικούς συμβούλους, αναπαράξαμε άκριτα θεωρίες συνομωσίας για ξυλόλια και χαμένα φορτία με ύφος ειδήμονα και τόνο εισαγγελέως και επιτρέψαμε να διατυπώνονται ασχολίαστα σε εθνικά δίκτυα τερατώδεις ύβρεις εναντίον λειτουργών της Δικαιοσύνης. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η αναφορά του Νίκου Πλακιά «το μεγάλο ερωτηματικό είναι η απουσία του Κοκοτσάκη. Ολοι αυτοί που 3 χρόνια τώρα πηγαίνανε με τον Κοκοτσάκη σε ομιλίες σε θέατρα, σε συναυλίες, σε κατάμεστες αίθουσες και λέγανε για 20 τόνους ξυλόλιο και μετά για 15 τόνους αρωματικούς υδρογονάνθρακες και τον αποθέωναν σε κάθε ανάρτηση και συνέντευξη τι έγιναν; Γιατί δεν ζήτησαν να παραβρεθεί σαν μάρτυρας; Τι φοβήθηκαν και δεν τον προτείναν σαν μάρτυρα; Έλεγε μήπως ψέματα και φοβήθηκαν μην καταρρεύσουν στο δικαστήριο και μαζί καταρρεύσει και η εικόνα τους όπως και το αφήγημα που με τόσο κόπο στήριξαν 3 χρόνια;»
Κι ενώ επί 3 χρόνια συνέβαιναν ακριβώς όλα αυτά, δεν δίστασαν ακόμα και την κορυφαία στιγμή έναρξης της δίκης, να την αμαυρώσουν, επιδιώκοντας να μετατρέψουν σε ρινγκ την αίθουσα του δικαστηρίου, κουβαλώντας ανθρώπους παντελώς άσχετους με την υπόθεση στην αίθουσα, ώστε να δημιουργήσουν εξέδρα και να καθυστερήσει κι άλλο η διαδικασία. Όπερ και εγένετο. Είναι σαφές πως όσο η ώρα της αλήθειας πλησιάζει, τόσο θα κλιμακώνουν την οξύτητα και θα επιχειρούν να μετατρέψουν τη δημόσια σφαίρα σε αρένα.
«Οι κρίσεις πουλάνε καλά» όπως άλλωστε είχε πει ο Ουμπέρτο Έκο, «η κανονικότητα δεν είναι ευκαιρία για την Αριστερά» όπως είχε αναφέρει η βουλευτής της υπό διάλυση Νέας Αριστεράς. Αυτό που δεν θα πρέπει να λησμονούν όμως οι θιασώτες αυτής της θεωρίας είναι ότι ίσως αυτός είναι ο λόγος που αυτά τα κόμματα βρίσκονται ακριβώς υπό διάλυση.»
Κατερίνα Παναγοπούλου: Μέχρι τέλους
