Η λέξη
μετριότητα (θηλυκό ουσιαστικό) αναφέρεται στην ιδιότητα του να είναι κάτι ή κάποιος μέτριος, δηλαδή να έχει περιορισμένη ποιότητα, αξία ή ικανότητες, χωρίς να ξεχωρίζει, ενώ συχνά συνδέεται αρνητικά με την έλλειψη αριστείας ή την απλή συμμόρφωση με τα κοινά πρότυπα, αντίθετα με τη «μεσότητα» που σημαίνει το ισορροπημένο σημείο.
Ορισμός: Η ιδιότητα του μέτριου (μέτρια ποιότητα, αξία, ικανότητα).
Συνώνυμα: Μεσότητα (σε ορισμένες περιπτώσεις, αν και η έννοια διαφέρει), ασημαντότητα, ο μέσος όρος (ως αρνητική αξιολόγηση).
Αντώνυμα: Αριστεία, υπεροχή, εξαιρετικότητα.
Παράδειγμα: «Το καλλιτεχνικό έργο δεν ξεπέρασε τη μετριότητα».
Συγγενείς έννοιες:
Μέτρο: Το σωστό, ισορροπημένο σημείο.
Μέσος άνθρωπος: Αυτός που ακολουθεί τους κοινούς κανόνες, χωρίς απαραίτητα να είναι κακός, απλώς μέτριος (στην ποσότητα).
Μετριότητα: Η έλλειψη υπεροχής, η «χρυσή μετριότητα» ως έκφραση εγκλωβισμού στο “δεον”
AI
