Ποιος θα μας αγαπάει ό,τι κι αν συμβεί; Ανάμεσα στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και στον σκύλο μας, η απάντηση μπορεί να μην είναι αυτή που περιμένουμε. «Οι άνθρωποι ήταν περισσότερο βέβαιοι ότι οι σκύλοι τους θα τους αγαπούσαν ό,τι κι αν συνέβαινε, παρά ότι οι ίδιες τους οι μητέρες θα τους αγαπούσαν άνευ όρων», λέει στο newmoney η δρ Borbála Turcsán, ηθολόγος και επιστημονική συνεργάτιδα στο Τμήμα Ηθολογίας του Πανεπιστημίου Eötvös Loránd (ELTE) της Βουδαπέστης.
Στη μελέτη «Similarities and differences between dog–human and human–human relationships», που δημοσιεύθηκε στο Scientific Reports και την οποία συνυπογράφει, με επικεφαλής την καθηγήτρια Enikő Kubinyi, 717 κηδεμόνες αξιολόγησαν τη σχέση τους με τον σκύλο τους και με κοντινούς τους ανθρώπους μέσα από 13 κλίμακες. Όπως εξηγεί η Turcsán, στις περισσότερες διαστάσεις που εξετάστηκαν η σχέση με τον σκύλο αξιολογήθηκε υψηλότερα από τις σχέσεις με γονείς ή αδέλφια, καλύτερους φίλους και συχνά ακόμη και συντρόφους. Μόνο η σχέση με τα παιδιά τους βαθμολογήθηκε υψηλότερα, με μικρή όμως διαφορά.
Η εξήγηση που διερευνά η ίδια και η ερευνητική ομάδα MTA–ELTE «Lendület» για τα ζώα συντροφιάς περνά και μέσα από τον τρόπο που ζούμε. Μικρότερα δίκτυα συγγένειας, ατομικισμός και αστικοποίηση δυσκολεύουν τη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων. Σε αυτό το περιβάλλον, ένα κατοικίδιο μπορεί να προσφέρει μια διέξοδο στην ανάγκη μας για συντροφιά, στοργή και φροντίδα. «Η βασική μας υπόθεση είναι ότι αυτή η μετατόπιση αποτελεί μια πολιτισμική απάντηση σε ένα κοινωνικό ζήτημα: την αυξανόμενη διάδοση της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης», εξηγεί.
Αυτό δίνει και μια διαφορετική ανάγνωση στην αντιμετώπιση των σκύλων ως παιδιών. Οι διακοπές προσαρμόζονται στις ανάγκες τους, η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από τη φροντίδα τους και οι δαπάνες γι’ αυτούς γίνονται μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η Turcsán συνδέει αυτή τη μεταβολή με τις ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές: «Υποστηρίζουμε ότι η αύξηση της απόκτησης σκύλων και της αντιμετώπισής τους ως παιδιών αποτελεί συνέπεια, και όχι αιτία, της μείωσης των δεικτών γονιμότητας».
Τι κάνει, όμως, αυτόν τον δεσμό τόσο ικανοποιητικό; «Οι σκύλοι δεν είναι απλώς χνουδωτά μωρά ή ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Οι σχέσεις τους με τους ανθρώπους συνδυάζουν στοιχεία και των δύο», λέει. Η ευθύνη για ένα εξαρτώμενο πλάσμα θυμίζει τη σχέση γονέα και παιδιού, ενώ οι σχετικά λίγες συγκρούσεις παραπέμπουν στη φιλία.
Στην εξίσωση υπάρχει και ο μεγαλύτερος έλεγχος που ασκεί ο άνθρωπος. Η Turcsán δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι κηδεμόνες να διστάζουν να αναφέρουν δυσκολίες στη σχέση, επειδή τις εκλαμβάνουν ως δική τους αποτυχία. Η περισσότερη φροντίδα, πάντως, δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πάντα σωστά τι χρειάζεται το ζώο. Όπως τονίζει, «είναι εύκολο να συγχέουμε τις δικές μας ανάγκες με τις ανάγκες των σκύλων μας»: από τις υπερβολικές λιχουδιές μέχρι πρακτικές περιποίησης που ευχαριστούν εμάς, αλλά μπορεί να δυσκολεύουν εκείνους. Ακολουθεί η συνέντευξη:
Τι σας εξέπληξε περισσότερο όταν συγκρίνατε τις σχέσεις των ανθρώπων με τους σκύλους τους και με τους πιο κοντινούς ανθρώπους στη ζωή τους;
Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο ήταν το πόσο θετικά αξιολογούσαν οι άνθρωποι τις σχέσεις τους με τους σκύλους τους. Στη μελέτη μας, με επικεφαλής την Enikő Kubinyi, καθηγήτρια στο Τμήμα Ηθολογίας του Πανεπιστημίου ELTE, οι κηδεμόνες αξιολόγησαν τη σχέση τους με τον σκύλο τους υψηλότερα από τις σχέσεις τους με τους γονείς, τα αδέλφια, τους καλύτερους φίλους τους και συχνά ακόμη και με τους συντρόφους τους, στις περισσότερες διαστάσεις των σχέσεων. Μόνο η σχέση με τα παιδιά τους βαθμολογήθηκε υψηλότερα από τη σχέση με τους σκύλους τους, και ακόμη κι αυτό συνέβη με μικρή διαφορά και σε σχετικά λίγες διαστάσεις.
Αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι που θα περίμενε κανείς διαισθητικά. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο βέβαιοι ότι οι σκύλοι τους θα τους αγαπούσαν ό,τι κι αν συνέβαινε, παρά ότι οι ίδιες τους οι μητέρες θα τους αγαπούσαν άνευ όρων. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα εύρημα που σαφώς απαιτεί εξήγηση.
Πολλοί κηδεμόνες περιγράφουν τους σκύλους τους ως παιδιά τους και οργανώνουν την καθημερινότητα, τις διακοπές και τις δαπάνες τους γύρω από αυτούς. Από τη σκοπιά της έρευνάς σας, τι μπορεί να εξηγεί αυτή τη μετατόπιση και πού πρέπει να βάζουμε το όριο ανάμεσα στο να αντιμετωπίζουμε έναν σκύλο ως μέλος της οικογένειας και στο να παραβλέπουμε τις ανάγκες του ως ζώου;
Η βασική μας υπόθεση στην ερευνητική ομάδα MTA-ELTE Momentum Companion Animals είναι ότι αυτή η μετατόπιση αποτελεί μια πολιτισμική απάντηση σε ένα κοινωνικό ζήτημα: την αυξανόμενη διάδοση της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης. Διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων τα μικρότερα δίκτυα συγγένειας, ο ατομικισμός και η αστικοποίηση, έχουν οδηγήσει σε έναν κόσμο στον οποίο είναι δυσκολότερο για τους ανθρώπους να συνδεθούν μεταξύ τους. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κατοικίδια μπορεί να αναδεικνύονται σε εναλλακτικές, εύκολα προσβάσιμες διεξόδους για την ανάγκη μας να συνδεόμαστε με άλλους, να τους προσφέρουμε στοργή και να τους φροντίζουμε. Με αυτή την έννοια, υποστηρίζουμε ότι η αύξηση της απόκτησης σκύλων και της αντιμετώπισής τους ως παιδιών αποτελεί συνέπεια, και όχι αιτία, της μείωσης των δεικτών γονιμότητας.
Η αντιμετώπιση των σκύλων ως μελών της οικογένειας ή ως παιδιών, αντί για «απλώς ένα κατοικίδιο», συνδέεται συχνά με μεγαλύτερη ενασχόληση με τη φροντίδα τους: περνάμε περισσότερο χρόνο και μοιραζόμαστε περισσότερες δραστηριότητες μαζί τους, τους βάζουμε μέσα στα σπίτια μας και ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα γι’ αυτούς. Ωστόσο, είναι εύκολο να συγχέουμε τις δικές μας ανάγκες με τις ανάγκες των σκύλων μας. Ορισμένες πρακτικές μπορεί να είναι ευχάριστες για εμάς, αλλά επιβλαβείς για τον σκύλο, όπως το να τους δίνουμε υπερβολικές ποσότητες λιχουδιών, να περιορίζουμε την κίνησή τους με τσάντες μεταφοράς κατοικιδίων ή να χρησιμοποιούμε καλλυντικά που παρεμβαίνουν στην αίσθηση της όσφρησής τους.
Τα ευρήματά σας δείχνουν ότι οι σχέσεις με τους σκύλους συνδυάζουν στοιχεία του δεσμού με ένα παιδί και με έναν καλύτερο φίλο. Πώς εκδηλώνεται αυτός ο συνδυασμός στην καθημερινή ζωή;
Οι σκύλοι δεν είναι απλώς «χνουδωτά μωρά» ή «ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου», οι σχέσεις τους με τους ανθρώπους συνδυάζουν στοιχεία και των δύο. Στη μελέτη μας, η σχέση με έναν σκύλο έμοιαζε περισσότερο με τη σχέση γονέα–παιδιού, πιθανώς εν μέρει λόγω των πρακτικών συνθηκών της συμβίωσης: οι κηδεμόνες είναι υπεύθυνοι για τη φροντίδα ενός εξαρτώμενου όντος, το οποίο έχει περιορισμένη δυνατότητα να καλύψει μόνο του τις ανάγκες του. Αυτό αντανακλάται και στην ασυμμετρία ισχύος μεταξύ κηδεμόνων και σκύλων. Η ασυμμετρία αυτή μπορεί να είναι παρόμοια με εκείνη που βλέπουμε στις σχέσεις γονέων και μικρών παιδιών, αν και το δείγμα μας δεν περιλάμβανε αρκετούς γονείς μικρών παιδιών ώστε να μπορέσουμε να το εξετάσουμε αξιόπιστα.
Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της σχέσης κηδεμόνα–σκύλου είναι το σχετικά χαμηλό επίπεδο ανταγωνισμού και συγκρούσεων σε σύγκριση με τις σχέσεις γονέα–παιδιού. Από αυτή την άποψη, η σχέση μοιάζει περισσότερο με φιλία. Έτσι, στην καθημερινή ζωή, ο δεσμός συνδυάζει τις ευθύνες φροντίδας και την ασυμμετρία που χαρακτηρίζουν μια σχέση γονέα–παιδιού με τα σχετικά χαμηλά επίπεδα συγκρούσεων που συχνά συνδέουμε με τη φιλία.
Οι κηδεμόνες ανέφεραν υψηλή ικανοποίηση και σχετικά λίγες συγκρούσεις στις σχέσεις τους με τους σκύλους τους. Σε ποιον βαθμό μπορεί αυτό να αντανακλά τη συντροφικότητα και τη στοργή και σε ποιον τον μεγαλύτερο έλεγχο που ασκούν οι κηδεμόνες στη σχέση;
Υποψιάζομαι ότι αντανακλά λίγο και τα δύο. Η υψηλή ικανοποίηση και τα χαμηλά επίπεδα συγκρούσεων συμβαδίζουν ασφαλώς με τα υψηλά επίπεδα συντροφικότητας και στοργής που αναφέρουν οι κηδεμόνες. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να παίζει ρόλο και η ανισορροπία ισχύος. Επειδή οι κηδεμόνες έχουν μεγαλύτερο έλεγχο στη σχέση, μπορεί να αισθάνονται υπεύθυνοι για την εξέλιξή της. Αν κάτι πάει στραβά και η σχέση γίνει λιγότερο ικανοποιητική ή παρουσιάζει περισσότερες συγκρούσεις, οι κηδεμόνες μπορεί να το αποδίδουν στις δικές τους ανεπάρκειες, ίσως μάλιστα δικαιολογημένα σε ορισμένες περιπτώσεις, και να είναι λιγότερο πρόθυμοι να αναφέρουν αυτές τις αρνητικές πλευρές απ’ ό,τι να επιβεβαιώσουν τις θετικές. Αυτό είναι, πράγματι, ένα από τα ερωτήματα που διερευνούμε στη συνέχεια της έρευνάς μας.
Διαπιστώσατε ότι οι ισχυρότερες ανθρώπινες σχέσεις συνδέονταν με ισχυρότερους δεσμούς με τους σκύλους. Τι μας λέει αυτό για την άποψη ότι οι άνθρωποι στρέφονται στα κατοικίδια επειδή οι ανθρώπινες σχέσεις τους τούς απογοητεύουν;
Αυτή ήταν, στην πραγματικότητα, και η δική μας υπόθεση, γι’ αυτό και το εύρημα μας εξέπληξε κάπως, αν και άλλες μελέτες έχουν καταγράψει παρόμοιες συσχετίσεις.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η άποψη αυτή είναι λανθασμένη. Μπορεί απλώς το δείγμα ευκολίας που χρησιμοποιήσαμε να μην αποτύπωσε πλήρως αυτό το μοτίβο. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν εθελοντικά σε μελέτες όπως η δική μας μπορεί να είναι περισσότερο ικανοποιημένοι από τις σχέσεις τους σε σύγκριση με τους κηδεμόνες σκύλων γενικά. Ως αποτέλεσμα, στο δείγμα μας ενδέχεται να υποεκπροσωπούνται πιο ευάλωτα άτομα, για παράδειγμα, εκείνα που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχουν επαρκή υποστήριξη στις ανθρώπινες σχέσεις τους, τα οποία μπορεί να βασίζονται περισσότερο στους σκύλους τους για συναισθηματική υποστήριξη.
Πότε έγιναν οι σκύλοι… παιδιά μας; Η μοναξιά πίσω από μια μεγάλη αλλαγή
