
Φόρτωση Text-to-Speech…
Οι περισσότεροι από εμάς εκτιμήσαμε το υψηλό υποκριτικό ταλέντο του Αντριου Σκοτ όταν είδαμε πριν από δυόμισι χρόνια στις αίθουσες την αριστουργηματική ταινία του Αντριου Χέιγκ «All of Us Strangers» («Αγνωστοι μεταξύ μας»). Αντιθέτως, τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου αγνόησαν πλήρως την ερμηνεία του Σκοτ – όπως και την ίδια την ταινία.
Σήμερα κανείς δεν τα θυμάται όλα αυτά. Η κινηματογραφική καριέρα του έχει απογειωθεί και ήδη προαλείφεται ως ένα από τα φαβορί των επόμενων Οσκαρ για τον πρώτο ανδρικό ρόλο με αφορμή άλλη μία καθηλωτική ερμηνεία, στην ταινία «Elsinore». Αν τον παρακολουθήσετε θα ανακαλύψετε έναν επαγγελματία που οριακά μοιάζει «εκτός τόπου και χρόνου». Οχι επειδή η σχετικώς όψιμη διεθνής αναγνώριση (πριν από λίγες ημέρες ο ιρλανδικής καταγωγής ηθοποιός έγινε 50) δεν τον απέτρεψε να συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο (το θέατρο), ούτε επειδή είναι «σεμνός» ή γιατί παραμένει τόσο αφοσιωμένος στην προστασία της προσωπικής του ζωής. Αλλά γιατί, χωρίς να το έχει «προσπαθήσει», προσφέρει ένα παράδειγμα καριέρας και ζωής.
Τι μας μαθαίνει λοιπόν αυτός ο χαρισματικός καλλιτέχνης στο κατώφλι της ηλικιακής του ωριμότητας; Πρώτον, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να θυσιάσει την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία για να κατακτήσει τη δημόσια αναγνωρισιμότητα. Ο Σκοτ δεν είναι ένας ηθοποιός που ανακαλύφθηκε χθες. Είχε πίσω του μια μακρά διαδρομή στο θέατρο και σημαντικούς ρόλους στην τηλεόραση («Sherlock», «Fleabag», «Ripley»). Να λοιπόν που η καλλιτεχνική ωριμότητα δεν υπακούει πάντοτε στους ρυθμούς της αγοράς. Υπάρχουν καριέρες που χτίζονται αθόρυβα για δεκαετίες και ξαφνικά αποκτούν εντελώς διαφορετική διάσταση. Ο Σκοτ δεν είναι ο πρώτος που το κάνει στην ιστορία της υποκριτικής μέσα στους αιώνες· όμως έχει σημασία η εποχή, το μιντιακό περιβάλλον, οι «πειρασμοί».
Στο ίδιο πλαίσιο αποφεύγει συστηματικά να βγάζει την προσωπική ζωή του στη φόρα. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι αντιμετωπίζει τη δημόσια παρουσία του ως μια αποστειρωμένη, απολιτική ζώνη. Εχει μιλήσει για την ομοφυλοφιλία, την εκπροσώπηση των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και τις πιέσεις που δεχόταν ο ίδιος από τον χώρο του θεάματος να κρατήσει τη σεξουαλικότητά του ιδιωτική. Αυτό προσφέρει μια ωραία αντίστιξη στην εποχή της αδιάκοπης αυτοπροβολής: άλλο η δημοσιότητα και άλλο η δημόσια στάση. Δεν χρειάζεται να μετατρέψεις ολόκληρη τη ζωή σου σε θέαμα για να πάρεις θέση σε ζητήματα που εσύ θεωρείς σημαντικά. Και όταν θέλει μπορεί να γίνει πραγματικά –και ουσιαστικά– αιχμηρός. Σε συνεντεύξεις του στο The Hollywood Reporter και στο Variety είχε δηλώσει πόσο τον ενοχλεί όταν του πιστώνουν ότι είναι ένας από τους ελάχιστους «ανοιχτά γκέι» ηθοποιούς. «Το λένε για να με κολακέψουν, αλλά δεν βλέπω τον λόγο. Οι ετεροφυλόφιλοι ηθοποιοί δεν καλούνται να εξηγούν τη σεξουαλικότητά τους κάθε φορά που πηγαίνουν στη δουλειά τους».
Και κάτι εξίσου εύστοχο: «Λέω πάντα ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και στη μυστικοπάθεια». Τι μας λέει εδώ ο Σκοτ; Οτι στην εποχή της υποχρεωτικής αυτοέκθεσης μπορείς να είσαι ειλικρινής χωρίς να είσαι διαρκώς διαθέσιμος προς κατανάλωση. Και η προστασία της προσωπικής ζωής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι έχεις να κρύψεις κάτι.
