
Για προσπάθεια εκφοβισμού της Εισαγγελίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα κάνει λόγο η επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι σε εκτενή συνέντευξή της στο POLITICO, ενόψει της ολοκλήρωσης της επταετούς θητείας της την Παρασκευή.
«Η πιο κραυγαλέα απόπειρα εκφοβισμού σημειώθηκε στην Ελλάδα, όπου αντιμετωπίσαμε το ζήτημα της ανανέωσης των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων», σημειώνει, αναφερόμενη στην ανανέωση της θητείας τριών Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου να περιορίσει τη θητεία τους στα 2 χρόνια, αντί για 5 που είχε εισηγηθεί η EPPO.
Αναφορικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κα Κοβέσι τονίζει πως η EPPO αυτή τη στιγμή. έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο έρευνας και ορισμένες υποθέσεις βρίσκονται ήδη στα δικαστήρια.
«Όλη η φασαρία δημιουργήθηκε για να κατηγορηθεί η EPPO ότι ασχολούμαστε με πολιτική, αντί να συζητάμε τι συνέβη στην πραγματικότητα. Υπάρχουν πολιτικοί που θέλουν να συγκαλύψουν τη συζήτηση, προσπαθώντας να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της EPPO. Έρχονται και δημιουργούν καπνό. ‘έρχονται εκλογές και κοιτάξτε τι κάνει η EPPO’», ανέφερε.
«Αν ζητήσετε από την EPPO να απέχει και να μην κάνει τίποτα επειδή γίνονται εκλογές στην Ευρώπη, δεν θα δουλεύουμε καθόλου. Η δουλειά μας δεν είναι να ελέγχουμε πότε είναι προεκλογική περίοδος, αλλά να ελέγχουμε αν οι τίμιοι αγρότες έχουν πρόσβαση στα χρήματα της ΕΕ».
Αντ’ αυτού, περιέγραψε, στην Ελλάδα «τα χρήματα διατέθηκαν σε διάφορα άτομα που προσποιούνταν ότι είναι αγρότες και χρησιμοποίησαν τα χρήματα για να κάνουν πολυτελή ταξίδια, να αποκτήσουν πολυτελή αυτοκίνητα, ενώ οι τίμιοι αγρότες δεν πήραν τίποτα».
«Δεν βλέπω καμία σχέση μεταξύ όσων κάναμε, της δραστηριότητάς μας, των υποθέσεών μας με προεκλογικές εκστρατείες. Η μόνη σύνδεση είναι ότι, όταν υπάρχουν κάποιοι δυσαρεστημένοι πολιτικοί, θέλουν να επιτεθούν στην EPPO και προσπαθούν να μας εκφοβίσουν και να μας εμποδίσουν να κάνουμε τη δουλειά μας».
Πέρσι τον Απρίλιο είχε ζητηθεί από τη Βουλή η άρση ασυλίας 11 βουλευτών που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία της EPPO για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τελικά, οι τέσσερις από αυτούς παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο. Η κα Κοβέσι τονίζει πως δε θεωρεί ότι έγινε κάποιο λάθος από πλευράς της EPPO.
«Όταν ζητάμε την άρση της ασυλίας, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ενοχή. Είναι απλώς μια προϋπόθεση για να επιτραπεί στους εισαγγελείς να διεξαγάγουν την έρευνα και να συλλέξουν αποδεικτικά στοιχεία».
Σχολάζοντας απόψεις που έχουν ακουστεί στην Ελλάδα, ότι η χώρα θα μπορούσε απλά να αποχωρήσει από το θεσμό της EPPO, η κα Κοβέσι τονίζει πως αυτό είναι «σχεδόν αδύνατο». «Δεν ξέρω αν θα ήθελαν να βγουν και από την Ευρωπαϊκή Ένωση», λέει και προσθέτει πως «τέτοιου είδους σχόλια απλώς αποδεικνύουν ότι γίνονται προσπάθειες να καταστραφεί η EPPO επειδή κάνει τη δουλειά μας».
«Ορισμένοι πολιτικοί μιλούν για ένα ανεξάρτητο και αποτελεσματικό δικαστικό σώμα, μέχρι να τους αγγίξεις και μέχρι να πλησιάσεις τον στενό τους κύκλο. Τότε, οι εισαγγελείς έχουν πολιτική ατζέντα, δεν είναι απαραίτητοι».
Σκοτώνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «σιωπηλά, επειδή κάνει τη δουλειά της»
Ο περιορισμένος προϋπολογισμός, οι καθυστερήσεις και η γραφειοκρατική αδράνεια απειλούν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ανέφερε ακόμη η κα Κοβέσι που βλέπει προσπάθειες να υπονομευθεί το έργο της EPPO.
«Καθώς αποχωρώ από το αξίωμά μου, σκέφτομαι τη διάσημη δανέζικη τηλεοπτική σειρά Borgen. Υπάρχει μια πολύ γνωστή φράση εκεί: «Στις Βρυξέλλες, κανείς δεν μπορεί να ακούσει την κραυγή σου», και δυστυχώς, αυτό είναι αλήθεια», σημείωσε.
«Φοβάμαι ότι η EPPO θα «εξοντωθεί σιγά-σιγά» επειδή κάνει τη δουλειά της», ανέφερε και τόνισε πως η μεγαλύτερη πρόκληση για το διάδοχό της το Γερμανό εισαγγελέα Αντρές Ρίτερ θα είναι να διατηρηθεί η ανεξαρτησία και η αξιοπιστία της Εισαγγελίας.
Αναφορικά με το επιχείρημα ότι αν συνεργάζεσαι με την EPPO αυτό σημαίνει κατάργηση της κυριαρχίας της χώρας η κα Κοβέσι αναρωτήθηκε: «Είναι καλύτερο να αφήνουμε την κυριαρχία στα χέρια των εγκληματιών; Γιατί αυτό είναι που πρέπει να σταθμίσει κανείς. Οι εγκληματικές οργανώσεις στην Ευρώπη δεν έχουν πλέον εθνικό χαρακτήρα και εκμεταλλεύονται αυτόν τον κατακερματισμό που υπάρχει».
Άλλωστε, πρόσθεσε, «εξακολουθούμε να εφαρμόζουμε την εθνική νομοθεσία· εξακολουθούμε να προσφεύγουμε στα εθνικά δικαστήρια. Δεν νομίζω ότι χάνει κανείς την κυριαρχία του· κερδίζει περισσότερη προστασία και περισσότερη ασφάλεια για τους πολίτες».
Η φον ντερ Λάιεν δεν έχει καταθέσει ακόμη για το Pfizergate
Όπως σημείωσε, αν ξεκινούσε πάλι τώρα τη θητεία της δε θα άλλαζε τίποτα από ότι έκανε, αλλά οι άλλοι θα πρέπει να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους. Πολλές φορές στις Βρυξέλλες, είπε σε επαφές της με Ευρωπαίους αξιωματούχους, πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου και των εισαγγελέων.
«Σε άλλες χώρες όταν κάποιος αξιωματούχος καλείται να καταθέσει, εμφανίζεται, εδώ θεωρείσαι ότι είσαι υπεράνω του νόμου, και δεν εμφανίζεσαι», τόνισε και πρόσθεσε ότι αυτός είναι ο λόγος που κάποιες υποθέσεις δεν έχουν κλείσει. Σε ερώτηση του μέσου στο αν αναφέρεται στην υπόθεση Pfizergate και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αρνήθηκε να σχολιάσει.
«Δεν θα διστάσω να σας πω ότι, ειδικά όταν στην έρευνα εμπλέκονται σημαντικά πρόσωπα – είτε πρόκειται για πολιτικούς υψηλού προφίλ είτε για πλούσιους ανθρώπους που έχουν σχέσεις με την πολιτική τάξη – αντιμετωπίζουμε δυσκολίες στην άσκηση των αρμοδιοτήτων μας, επειδή εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της σύγκρουσης αρμοδιοτήτων», σημείωσε.
Σύμφωνα με ανώτερη πηγή που επικαλείται το POLITICO η φον ντερ Λάιεν δεν έχει ακόμη καταθέσει αυτοπροσώπως ενώπιον της EPPO, παρότι έχει κληθεί. Το 2024, η Ευρωπαϊκή EPPO ανέλαβε από τις βελγικές αρχές την έρευνα για φερόμενες ποινικές παραβάσεις σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις για τα εμβόλια μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του διευθύνοντος συμβούλου της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά.
Σχολιάζοντας σχετικά ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Τόμας Ρέγκνιερ δήλωσε: «Η Επιτροπή έχει αποδεδειγμένα συνεργαστεί εκτενώς με την EPPO για τη διαλεύκανση των γεγονότων και την αξιολόγηση των περιστατικών. Αυτό γινόταν πάντα εξ ονόματος της Προέδρου και με την πλήρη υποστήριξή της. Η Πρόεδρος ήταν πάντα, και εξακολουθεί να είναι, ιδιαίτερα συνεργάσιμη στην απάντηση σε οποιαδήποτε εκκρεμή ερωτήματα – εντός των ορίων των καθηκόντων της και της διαθεσιμότητάς της ως Προέδρου της Επιτροπής».
