
Φόρτωση Text-to-Speech…
Ούτε ένας ούτε δύο, αλλά επτά αστυνομικοί ελέγχονται για διασυνδέσεις με την ομάδα των ομογενών από τη Γεωργία, μέλη της οποίας κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για τέσσερις ανθρωποκτονίες μελών της επονομαζόμενης Greek Mafia.
Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «Κ», εις βάρος τους έχει σχηματιστεί ήδη από τον Μάιο του 2025 δικογραφία από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Πληροφορίες από τους νομικούς παραστάτες τους αναφέρουν ότι η απολογία των περισσοτέρων από αυτούς είναι προγραμματισμένη για την προσεχή Τετάρτη 20 Μαΐου, ενώπιον του 5ου τακτικού ανακριτή Αθηνών.
Τι έδειξαν οι έρευνες – Τρεις από τους αστυνομικούς περιγράφονται ως ενεργά μέλη της οργάνωσης, ακόμα τρεις κατηγορούνται ότι διευκόλυναν τη δράση της, ενώ η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων έχει στο μικροσκόπιο και έναν αστυνομικό υποδιευ- θυντή.
Ο βαθμός εμπλοκής καθενός από τους επτά αστυνομικούς με τη δράση της ομάδας των ομογενών διαφέρει. Τρεις από αυτούς περιγράφονται ως ενεργά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Αλλοι τρεις κατηγορούνται ότι διευκόλυναν τη δράση της, ενώ τα στελέχη των Εσωτερικών Υποθέσεων επισημαίνουν ότι «χρήζει περαιτέρω διερεύνησης» η δράση ενός ακόμα αστυνομικού.
Πρόκειται για αξιωματικό που φέρει τον βαθμό του αστυνομικού υποδιευθυντή και υπηρετούσε μέχρι πρότινος ως επικεφαλής ιδιαίτερα ευαίσθητης υπηρεσίας της Βορείου Ελλάδος.
Οι ελεγχόμενοι αστυνομικοί φέρεται πως ενημέρωναν τα μέλη της ομάδας των ομογενών ότι τελούσαν υπό παρακολούθηση από υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ.
Ακόμα, μέσω της εφαρμογής κρυπτογραφημένης επικοινωνίας Threema κατηγορούνται ότι διοχέτευαν στους ρωσόφωνους συνομιλητές τους καταγγελίες που έφταναν στην αστυνομία σχετικά με τη δράση τους. Αφορούσαν κυρίως την ανάμειξη της σπείρας σε υποθέσεις λαθρεμπορίας τσιγάρων.
Σε μία ακόμα περίπτωση βεβαίωσαν ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής του φυγόποινου «εγκεφάλου» της εγκληματικής ομάδας (είναι γνωστός με το προσωνύμιο «Εντικ»), απαλλάσσοντάς τον από την υποχρέωση να απευθυνθεί ο ίδιος σε δημόσια αρχή, μια και εις βάρος του εκκρεμούσαν και εξακολουθούν να εκκρεμούν πολλές διώξεις.
«Ανιχνευτής» στα Σκούρτα
Για τον έναν από τους ελεγχόμενους αστυνομικούς, υπαρχιφύλακα 44 ετών, αποκαλύφθηκε ανάμειξή του και σε υπόθεση-μυστήριο: τον Μάιο του 2024 μετέβη στα Σκούρτα Βοιωτίας και με τη χρήση ενός drone «έκανε καταγραφή της παρουσίας ατόμων και των ενεργειών τους εντός της περιοχής ενδιαφέροντος, λαμβάνοντας ταυτόχρονα μέριμνα για την αποφυγή τυχόν αστυνομικού ελέγχου».
Σημειώνεται ότι στην ίδια ακριβώς περιοχή, στα Σκούρτα Βοιωτίας, τα μέλη της οργάνωσης των ομογενών κατηγορούνται ότι τον Απρίλη του 2022, δύο χρόνια νωρίτερα δηλαδή, είχαν δολοφονήσει τον Γιάννη Σκαφτούρο, ισχυρό επιχειρηματία της νύχτας και ανταγωνιστή τους σε υποθέσεις διακίνησης λαθραίων καπνικών προϊόντων. Ο λόγος της κατόπτευσης της περιοχής από τον αστυνομικό κατ’ εντολήν των ρωσόφωνων δεν προσδιορίστηκε από τους «Αδιάφθορους».
Αφετηρία όλης της έρευνας, που αποκάλυψε σχέσεις αστυνομικών με τους πλέον καταζητούμενους από την ΕΛ.ΑΣ. ποινικούς, αποτέλεσε προανάκριση του Τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης για τη δολοφονία του Ιωάννη Λιβάσοβ. Είχε και αυτός καταγωγή από την πρώην Σοβιετική Ενωση και οι πληροφορίες τον ήθελαν να δραστηριοποιείται στην παράνομη εμπορία καπνικών προϊόντων.
Δολοφονήθηκε τον Φεβρουάριο του 2019, με την εναντίον του επίθεση να έχει χαρακτηριστικά «εκτέλεσης ή ανθρωποκτονίας κατά παραγγελία». Ενας από τους υπόπτους για τη δολοφονία του Λιβάσοβ ήταν 51χρονος, κάτοικος Θεσσαλονίκης και μέλος της ηγετικής ομάδας των ομογενών. Τον Οκτώβριο του 2021 στο σπίτι του «Αντόν», όπως ήταν το ψευδώνυμο του 51χρονου, στην Ανθούπολη Θεσσαλονίκης, πραγματοποιήθηκε συνάντηση των ηγετικών μελών της ομάδας με συνομιλητές τους από την Αττική. Ανάμεσά τους και ο Σκαφτούρος, τον οποίο κάποιους μήνες αργότερα η ίδια ομάδα των ομογενών κατηγορείται ότι δολοφόνησε.
Εκείνη η συνάντηση ήταν υπό παρακολούθηση από μυστικούς αστυνομικούς του Ανθρωποκτονιών της Θεσσαλονίκης. Με την παρουσία τους πάντως να γίνεται αντιληπτή από τους υπόπτους, που τα αμέσως επόμενα 24ωρα άλλαξαν τις καθημερινές συνήθειές τους, υιοθέτησαν νέες τακτικές αντιπαρακολούθησης κ.ο.κ.
«Βαθύ λαρύγγι»
Οι αστυνομικοί του Ανθρωποκτονιών υποψιάστηκαν ότι στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης υπήρχε τουλάχιστον ένα «βαθύ λαρύγγι». Εκαναν έρευνα στο πληροφοριακό σύστημα της Αστυνομίας για να ελέγξουν εάν το κρίσιμο διάστημα της παρακολούθησης συνάδελφοί τους είχαν πληκτρολογήσει τις πινακίδες κυκλοφορίας των συμβατικών αυτοκινήτων του Ανθρωποκτονιών που είχαν χρησιμοποιηθεί στην παρακολούθηση.
Στόχος τους, να ελέγξουν εάν τα ύποπτα οχήματα που είχαν εντοπιστεί να κινούνται γύρω από το σπίτι όπου λάμβανε χώρα η συνάντηση ανήκαν πράγματι στην ΕΛ.ΑΣ. ή όχι. Από την αναζήτηση αυτή προέκυψαν πράγματι ευρήματα, καθώς, όπως αναφέρεται στα δικαστικά έγγραφα, «διαπιστώθηκε πλήθος αναζητήσεων στην εφαρμογή Police On Line σε χρόνο που οι αστυνομικοί βρίσκονταν εκτός διατεταγμένης υπηρεσίας».
Χρήμα και πολυτέλεια – Στο σπίτι ενός από τους διωκόμενους ενστόλους βρέθηκε σημαντικό ποσό σε μετρητά, ενώ στο διάστημα της έρευνας είχε αγοράσει δύο αυτοκίνητα Mercedes και χτίζει διώροφη μονοκατοικία με πισίνα στη Χαλκιδική.
Για την υπόθεση ενημερώθηκε η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, που έκανε ενδελεχή έρευνα για τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος, της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου, της κατάχρησης εξουσίας αλλά και της δωροληψίας. Τελικά σχηματίσθηκε δικογραφία εις βάρος έξι ενστόλων που υπηρετούσαν οι περισσότεροι στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και ενός σε αστυνομική υπηρεσία της Δυτικής Αττικής, ενώ προέτρεψαν τον ανακριτή να ελέγξει τον ρόλο αστυνομικού υποδιευθυντή, που κατείχε κρίσιμο πόστο στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Η δικογραφία υπεβλήθη τον Μάιο του 2025 στον εισαγγελέα, ο οποίος προχώρησε στην άσκηση διώξεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σπίτι ενός από τους διωκόμενους ενστόλους βρέθηκε σημαντικό ποσό σε μετρητά, ενώ στο διάστημα της έρευνας είχε αγοράσει δύο αυτοκίνητα Mercedes και χτίζει διώροφη μονοκατοικία με εξωτερική πισίνα στη Χαλκιδική.
Συνομιλίες
Εις βάρος του αστυνομικού υποδιευθυντή πάντως, που υπηρετούσε επί σειράν ετών σε υπηρεσία με αντικείμενο την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Τα στοιχεία που έχουν αποτυπωθεί στη δικογραφία αξιολογούνται ως μη επαρκή. Εκείνο που παρατίθεται στα δικαστικά έγγραφα είναι μια συνομιλία ενός από τους διωκόμενους αστυνομικούς, ο οποίος αναφερόμενος στον υποδιευθυντή, που σημειωτέον ήταν προϊστάμενός του στην ίδια υπηρεσία, ανέφερε «αυτός μιλάει με κακοποιούς… του ζητάνε κάτι… αυτός έλεγε έχω τον τάδε στην τάδε υπηρεσία… Επαιρνε λεφτά…». Ο ίδιος αξιωματικός έχει ελεγχθεί και για το γεγονός ότι σε διάστημα έξι ετών έχει εμφανίσει κέρδη από τυχερά παιχνίδια άνω των 130.000 ευρώ, δίχως πάντως και σε αυτή την περίπτωση να προκύψουν ποινικές ευθύνες εις βάρος του.
