Αρθρο του Μάνου Ματσαγγάνη στην «Κ»: Το 35ωρο μπορεί να περιμένει


Η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για μείωση των ωρών εργασίας με πλήρεις αποδοχές συνάντησε την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης, που κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», καθώς και των εργοδοτικών οργανώσεων, που περιέγραψαν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου με σκοτεινά χρώματα: λουκέτα, ανεργία κ.τ.λ.

Οπως συμβαίνει συνήθως, πρωτοστάτησαν οι εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες στη χώρα μας είναι αναλογικά περισσότερες. Εχουν και αυτές τους λόγους τους: πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας και γι’ αυτό άλλωστε κινητοποιούνται με στόχο το χαμηλό κόστος εργασίας και φορολογίας. Και ως γνωστόν, ο στόχος αυτός μπορεί να επιτυγχάνεται είτε ευθέως, με την απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων, είτε λιγότερο ευθέως, μέσω της φοροδιαφυγής, των απλήρωτων υπερωριών κ.τ.λ. Τα τελευταία χρόνια, η κινητοποίηση αυτή έχει φέρει καρπούς για τους άμεσα ενδιαφερομένους.

Μόνο που η υποχωρητικότητα της κυβέρνησης στα αιτήματα των εργοδοτών (ιδίως των μικρομεσαίων) έχει οδηγήσει στην αναβίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης χαμηλών επιδόσεων. Οσο για την περίφημη έκθεση Πισσαρίδη, που το 2020 είχε γίνει δεκτή από την κυβέρνηση με επευφημίες, σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί. Με αυτήν την έννοια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει άδικο όταν ισχυρίζεται ότι το υπόδειγμα της φθηνής εργασίας εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας και διαρκούς στασιμότητας.

Γενικά, δεν υπάρχει τίποτε σκανδαλιστικό στην ιδέα ότι ο εργάσιμος χρόνος μπορεί να μειώνεται, καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Στη Γερμανία, το 1870 ο μέσος εργαζόμενος δούλευε 3.284 ώρες τον χρόνο, το 1950 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στις 2.427 ώρες και το 2023 στις 1.335 ώρες – χωρίς αυτό να έχει εμποδίσει τους μισθούς και τα κέρδη των επιχειρήσεων να αυξηθούν θεαματικά. Αντιστρόφως, στην Ελλάδα οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι 1.893 και όμως, οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες από τις μισές των Γερμανών συναδέλφων τους.

Ο λόγος, φυσικά, είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των Ελλήνων εργαζομένων, που με τη σειρά της οφείλεται όχι μόνο στο χαμηλό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και στην προβληματική οργάνωσή τους.

Η εφαρμογή του θα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Το πρόβλημα με την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ακριβώς επειδή η ελληνική οικονομία, με ευθύνη και της κυβέρνησης, έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας, η προτεραιότητα τώρα πρέπει να είναι πώς θα απεγκλωβιστεί από αυτήν – και η μείωση του χρόνου εργασίας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Η (τελικά άγονη) συζήτηση για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει εδώ και καιρό εντοπίσει τα κύρια συστατικά μιας εθνικής στρατηγικής για την αύξηση της παραγωγικότητας. Χρειάζεται στροφή πολιτικής από την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν. Χρειάζεται μετατόπιση πόρων από τις δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας στις οποίες βασίζεται σήμερα η ελληνική οικονομία προς άλλες υψηλότερης. Χρειάζεται μια εκπαιδευτική πολιτική που να ποντάρει λιγότερο στη συσσώρευση τίτλων σπουδών και περισσότερο στο τι πραγματικά ξέρουν να κάνουν οι κάτοχοί τους.

Εν απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής, τυχόν εφαρμογή του 35ώρου στις σημερινές συνθήκες θα έπεφτε στο κενό – με μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη κατάτμηση της αγοράς εργασίας, ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τομέα όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων συχνά αγνοούνται και ένα υπερπροστατευμένο Δημόσιο όπου η μέριμνα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών εξαντλείται στην ψηφιοποίηση μερικών διαδικασιών. Σε τι θα ωφελούσε αυτό;

*Ο κ. Μάνος Ματσαγγάνης είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου και επικεφαλής του Προγράμματος Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις