Περισσότερα από 2,8 δισ. δολάρια έχουν ήδη συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ από προεκλογικές εκστρατείες και Super PACs, με ένα μικρό κλαμπ δισεκατομμυριούχων να ελέγχει πλέον ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος της ροής του πολιτικού χρήματος.
Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, οι πλουσιότεροι δωρητές των ΗΠΑ διοχετεύουν τεράστια ποσά προς τους Ρεπουμπλικανούς, ενισχύοντας υποψηφίους, Super PACs και ομάδες που προωθούν συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες.
Περισσότερο από το ένα τρίτο αυτού του ποσού προέρχεται από μόλις 20 μεγάλους δωρητές. Από αυτούς, οι 16 κατευθύνουν κυρίως τα χρήματά τους σε Super PACs που στηρίζουν Ρεπουμπλικανούς. Εξαίρεση αποτελεί ο Τζορτζ Σόρος, ένας από τους μεγαλύτερους δωρητές, ο οποίος κινείται κυρίως στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.
Τα χρήματα των mega-donors διοχετεύονται σε κρίσιμες αναμετρήσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι δωρητές παρεμβαίνουν ήδη από τις εσωκομματικές εκλογές.
Οι μεγάλες δωρεές της Σίλικον Βάλεϊ
Σε περισσότερες από 30 αναμετρήσεις για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, πάνω από το ένα τρίτο των εξωτερικών δαπανών προήλθε από ομάδες που χρηματοδοτούνται κατά τουλάχιστον 80% από mega-donors, δηλαδή από ανθρώπους που έχουν δωρίσει τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια δολάρια.
Το φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων συνδέεται με μεγάλα ονόματα της Σίλικον Βάλεϊ και κλάδους στους οποίους η Ουάσιγκτον καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις. Τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη και κρυπτονομίσματα έχουν δημιουργήσει τεράστιες περιουσίες τα τελευταία χρόνια, την ίδια στιγμή που το Κογκρέσο διαμορφώνει το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις συγκεκριμένες αγορές.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Κρις Λάρσεν της Ripple, καθώς και οι επενδυτές τεχνολογίας Μαρκ Αντρίσεν και Μπεν Χόροβιτς. Δωρητές από αυτούς τους χώρους διοχετεύουν χρήματα σε PACs που στηρίζουν υποψηφίους οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί με σαφήνεια επί των ζητημάτων που ενδιαφέρουν τους ίδιους και τους κλάδους τους. Η Fairshake, ένα Super PAC που επικεντρώνεται στα κρυπτονομίσματα, έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 99 εκατ. δολάρια από μεμονωμένους δωρητές, μεταξύ των οποίων εταιρείες και επενδυτές του κλάδου.
Στο ίδιο περιβάλλον εντάσσεται και η ενισχυμένη παρουσία του Ελον Μασκ στην πολιτική χρηματοδότηση. Ο Μασκ είχε δαπανήσει περισσότερα από 250 εκατ. δολάρια υπέρ της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 και συνεχίζει να στηρίζει Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Αλλοι μεγάλοι δωρητές, όπως ο Στίβεν Σουόρτσμαν και ο Πολ Σίνγκερ, έχουν επίσης διοχετεύσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε εκστρατείες του κόμματος.
Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει συζήτηση για το κατά πόσο ένα πολιτικό σύστημα που εξαρτάται ολοένα περισσότερο από λίγους υπερπλούσιους δωρητές αφήνει δυσανάλογο χώρο σε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Ο πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ Ανταμ Μπονίκα σημείωσε μιλώντας στους Financial Times ότι οι μεγάλοι δωρητές παραδοσιακά τείνουν να στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς, όμως στη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη στροφή προς το κόμμα.
Μάλιστα, το ζήτημα δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Στη Βρετανία, το ακροδεξιό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ εξασφάλισε πρόσφατα δωρεές συνολικού ύψους 72 εκατ. λιρών από δύο δισεκατομμυριούχους του χώρου των κρυπτονομισμάτων, τον Μπεν Ντέλο και τον Κρίστοφερ Χάρμπορν. Οι δύο επιχειρηματίες συνεισέφεραν από 36 εκατ. λίρες έκαστος, με τις δωρεές αυτές να αποτελούν ιστορικό υψηλό για το βρετανικό πολιτικό σκηνικό.
Με πληροφορίες από Financial Times
