
Επί δεκαετίες ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό φθηνό φαγητό της Βρετανίας. Σήμερα, μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων μπορεί να χρειαστεί σχεδόν 50 λίρες για fish & chips, καθώς η άνοδος του κόστους των ψαριών, της πατάτας, του λαδιού, της ενέργειας αλλά και του μισθολογικού κόστους εργασίας πιέζει μια αγορά που ήδη χάνει πελάτες.
Η μέση τιμή μιας μερίδας takeaway fish & chips έχει αυξηθεί πάνω από 60% μέσα σε πέντε χρόνια, από περίπου 7 λίρες στις 11,43 λίρες, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Guardian. Η αύξηση είναι μεγαλύτερη από εκείνη που έχει καταγραφεί σε άλλες κατηγορίες takeaway φαγητών, με αποτέλεσμα αρκετοί καταναλωτές να περιορίζουν πλέον τη συχνότητα των επισκέψεών τους σε αυτά τα εστιατόρια.
Για τα περίπου 10.000 παραδοσιακά fish and chip shops της Βρετανίας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ο πελάτης πληρώνει περισσότερα. Είναι ότι τα περιθώρια κέρδους στενεύουν, την ίδια στιγμή που ο όγκος των πωλήσεων υποχωρεί.
Στην καρδιά της πίεσης βρίσκεται το ίδιο το ψάρι. Η προσφορά μπακαλιάρου έχει περιοριστεί, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι κυρώσεις σε ρωσικές αλιευτικές επιχειρήσεις έχουν προσθέσει νέες δυσκολίες στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Παράλληλα έχουν αυξηθεί οι τιμές της πατάτας, του μαγειρικού λαδιού και της ενέργειας, ενώ το υψηλότερο εργατικό κόστος προσθέτει ακόμη μία επιβάρυνση σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με σχετικά μικρά περιθώρια.
Η πίεση έχει οδηγήσει ορισμένα καταστήματα στη διαπίστωση ότι κάποιες ημέρες συμφέρει περισσότερο να παραμένουν κλειστά.
«Βγάλαμε περισσότερα κλείνοντας»
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Plaice Station στο Τσέσαϊρ, μιας οικογενειακής επιχείρησης που λειτουργούσε επί 19 χρόνια. Η οικογένεια Σάντλοου αποφάσισε να κλείσει προσωρινά το κατάστημα για τρεις εβδομάδες. Ο Κιέραν Σάντλοου σχολίασε στον Guardian ότι, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, η επιχείρηση «έβγαλε περισσότερα χρήματα… κλείνοντας».
Για να δικαιολογηθεί οικονομικά η συνέχιση της λειτουργίας με τα νέα δεδομένα θα χρειαζόταν επιπλέον τζίρος περίπου 2.000 λιρών την εβδομάδα, εξηγεί. Τρεις μήνες αργότερα το Plaice Station άνοιξε ξανά ως Between Bread, ένα πιο premium κατάστημα σάντουιτς, με τιμές μεταξύ 8 και 12 λιρών. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του, ο τζίρος είναι πλέον σημαντικά υψηλότερος.
Το κόστος δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα για το παραδοσιακό βρετανικό πιάτο καθώς αλλάζουν και οι προτιμήσεις των καταναλωτών. Πίτσα, μπέργκερ, τηγανητό κοτόπουλο, ινδική, κινεζική και κορεατική κουζίνα διεκδικούν μεγαλύτερο μέρος της αγοράς του takeaway, συχνά με φθηνότερες πρώτες ύλες. Την ίδια ώρα, οι μικρότερες ηλικίες εμφανίζονται λιγότερο «πιστές» στο fish & chips από ό,τι οι προηγούμενες γενιές.
Ορισμένες επιχειρήσεις επιχειρούν να προσαρμοστούν χρησιμοποιώντας φθηνότερα είδη ψαριού ή διευρύνοντας το μενού τους με καλαμάρι, fishcakes, τηγανητό κοτόπουλο, κεμπάμπ και τηγανητές πατάτες με συνοδευτικά.
Αλλες ποντάρουν στην αντίθετη κατεύθυνση με καλύτερη πρώτη ύλη και premium τοποθέτηση. Το Scrap Box κοντά στο Γιορκ, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ψάρι από την Ισλανδία και έχει διατηρήσει ένα περιορισμένο, παραδοσιακό μενού. Μια Παρασκευή μπορεί να πουλήσει περίπου 650 μερίδες, ενώ οι ιδιοκτήτες εξετάζουν πλέον επέκταση στο Λονδίνο.
Πηγή: Money Review
