Τα χρυσά συμβόλαια της Cisco με τον ισραηλινό στρατό στη σκιά του πολέμου στη Γάζα



Εναν χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα, τα δίκτυα των ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών αντιμετώπιζαν σοβαρά τεχνικά προβλήματα. Τα συστήματά τους παρουσίαζαν πολύωρες διακοπές λειτουργίας, ενώ ακόμη και οι ενσωματωμένοι μηχανισμοί εντοπισμού και διόρθωσης σφαλμάτων αδυνατούσαν να ανταποκριθούν.

Τα προβλήματα εμφανίστηκαν ενώ οι υπηρεσίες πληροφοριών προχωρούσαν σε αναβαθμίσεις των ψηφιακών υποδομών τους και έγιναν τόσο επίμονα, ώστε κλόνισαν την εμπιστοσύνη των ισραηλινών υπηρεσιών σε έναν από τους βασικούς προμηθευτές δικτυακού εξοπλισμού τους: τον αμερικανικό τεχνολογικό κολοσσό Cisco.

«Αυτή η σειρά περιστατικών σημειώθηκε εν μέσω του πολέμου, επηρεάζοντας σοβαρά τη στάση του πελάτη απέναντι στην εταιρεία», αναφέρεται σε εμπιστευτικό υπόμνημα που συνέταξε η Cisco και περιήλθε στην κατοχή του Guardian. «Σε μια περίοδο σύγκρουσης, αυτές οι επαναλαμβανόμενες διακοπές λειτουργίας επηρέασαν σοβαρά κρίσιμες επιχειρησιακές δραστηριότητες».

Το προσχέδιο του υπομνήματος, με ημερομηνία Σεπτεμβρίου 2025, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συνόλου εσωτερικών εγγράφων που διέρρευσαν από εργαζομένους της Cisco, οι οποίοι αντιδρούν στις επιχειρηματικές σχέσεις της εταιρείας με τον ισραηλινό στρατό. Η διαρροή αυτή έρχεται ενώ ο πόλεμος στη Γάζα έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 70.000 Παλαιστινίους.

Η Cisco, μία από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες παγκοσμίως, παρέχει τον εξοπλισμό και τις υποδομές που επιτρέπουν τη μεταφορά και την επεξεργασία δεδομένων, από διακομιστές έως συστήματα επικοινωνιών, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις, κυβερνήσεις και στρατιωτικές υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο.

Οι σχέσεις της με τον ισραηλινό κρατικό μηχανισμό ασφαλείας έχουν μακρά ιστορία, αν και έχουν προσελκύσει μικρότερη δημοσιότητα σε σύγκριση με τις συνεργασίες άλλων τεχνολογικών κολοσσών με το Ισραήλ. Σύμφωνα με έγγραφο του 2025 που εξέτασε ο Guardian, μόνο οι συμβάσεις με τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ απέφεραν στην εταιρεία έσοδα περίπου 67 εκατ. δολαρίων μέσα σε τρία χρόνια.

Οι επιχειρηματικοί δεσμοί της Cisco με τον ισραηλινό στρατό, τόσο πριν όσο και μετά το 2023, είχαν γίνει γνωστοί και στο παρελθόν. Τα νέα έγγραφα, ωστόσο, αποκαλύπτουν πόσο μακριά έφτασε η εταιρεία για να διατηρήσει και να διευρύνει τη συνεργασία της με το Τελ Αβίβ όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος στη Γάζα. Παράλληλα, καταδεικνύουν ότι στις αρχές του 2026 η Splunk, θυγατρική της Cisco που ειδικεύεται στην επεξεργασία και ανάλυση τεράστιου όγκου δεδομένων που παράγονται από μηχανές, επιχείρησε να εξασφαλίσει θέση στο αμφιλεγόμενο πρόγραμμα υπολογιστικού νέφους Project Nimbus, το οποίο υλοποιούν για την ισραηλινή κυβέρνηση η Google και η Amazon.

Η Cisco δεν απάντησε σε αίτημα του Guardian για σχολιασμό. Εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού ανέφερε σε γραπτή δήλωση ότι «οι Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις (IDF) αξιοποιούν υπηρεσίες που παρέχονται από διάφορες εταιρείες, προκειμένου να καλύπτουν τις διαρκείς ανάγκες τους και να εκπληρώνουν τους στόχους τους», προσθέτοντας ότι ο στρατός δεν προτίθεται να σχολιάσει ζητήματα που αφορούν συμβάσεις ή υπηρεσίες τρίτων.

Μέλη της ομάδας Bridge to Humanity, στην οποία συμμετέχουν νυν και πρώην εργαζόμενοι της Cisco έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στον ρόλο της εταιρείας στον πόλεμο στη Γάζα. Οπως υποστήριξαν, μια εταιρεία που παρουσιάζει την ηθική ως βασικό στοιχείο της εταιρικής της ταυτότητας έχει μετατραπεί σε «όργανο γενοκτονίας».

Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται, ωστόσο, στη συνεργασία με τον ισραηλινό στρατό. Νωρίτερα το 2026, η Επιτροπή Ισων Ευκαιριών Απασχόλησης των ΗΠΑ (EEOC) έκρινε ότι υπήρχαν εύλογες ενδείξεις πως, μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, η Cisco είχε επιτρέψει τη διαμόρφωση ενός εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος, με ρατσιστική ρητορική που παραβίαζε τα δικαιώματα Παλαιστινίων, Αράβων και μουσουλμάνων εργαζομένων. Η εταιρεία είχε δηλώσει προηγουμένως στον Guardian ότι διαφωνεί με τα συμπεράσματα της επιτροπής και ότι παραμένει προσηλωμένη στην αρχή των ίσων ευκαιριών στην εργασία.

Τα μέλη της Bridge to Humanity υποστήριξαν ότι η αντιμετώπιση που υπέστησαν συνδεόταν άμεσα με τα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας.

Αγώνας δρόμου για τη διατήρηση των συμβάσεων

Οταν οι επαναλαμβανόμενες τεχνικές βλάβες άρχισαν να θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, εν μέσω πολέμου, η ηγεσία τους απείλησε να διακόψει τη συνεργασία με τη Cisco. Η εταιρεία ενεργοποίησε τότε έναν εκτεταμένο μηχανισμό διαχείρισης κρίσης, προκειμένου να διατηρήσει τη σύμβαση.

Στα έγγραφα που εξέτασε ο Guardian, η Cisco αναφέρεται στον πελάτη της ως Israel Intelligence Force (IIF), περιγράφοντάς τον ως φορέα υπεύθυνο για την «παροχή κρίσιμων δικτυακών υποδομών σε διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας». Παρότι στον ισραηλινό κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό υπάρχουν αρκετές υπηρεσίες που ασχολούνται με τη συλλογή πληροφοριών, η συγκεκριμένη ονομασία φαίνεται να παραπέμπει στη Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών των IDF.

Σύμφωνα με εργαζομένους της Cisco που είχαν γνώση των τεχνικών προβλημάτων, οι διακοπές λειτουργίας και οι καταρρεύσεις των συστημάτων έθεταν σε κίνδυνο την πρόσβαση των στρατιωτικών υπηρεσιών σε κρίσιμα δεδομένα.

Τα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η εταιρεία κινητοποίησε ανώτερα στελέχη της για να διασώσει αυτό που χαρακτήριζε «κρίσιμο» πελάτη, ενώ επιστράτευσε πολλαπλές εσωτερικές ομάδες για αρκετούς μήνες, προκειμένου να εντοπίσουν και να διορθώσουν τις δυσλειτουργίες. Παράλληλα, έστειλε προσωπικό στο Ισραήλ για συναντήσεις με μια μυστική στρατιωτική μονάδα, γνωστή ως Sapir, η οποία, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ανέλαβε μετά την 7η Οκτωβρίου τη μεταφορά του ισραηλινού μηχανισμού πληροφοριών σε υπόγειες εγκαταστάσεις.

Οπως σημειώνεται στα εσωτερικά έγγραφα, η αποκατάσταση των τεχνικών προβλημάτων και η εκπαίδευση του πελάτη «απαιτούσαν επιτόπιες επισκέψεις της Cisco υπό συνθήκες ακραίων μέτρων ασφαλείας, λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου».

Βασικός στόχος της εταιρείας ήταν να αποκαταστήσει την «εμπιστοσύνη του πελάτη» και να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί. Μετά την επίλυση των τεχνικών προβλημάτων και τη συμβολή της στην επιστροφή της μονάδας Sapir στην κανονική λειτουργία, η Cisco κατέγραψε, σε εσωτερική παρουσίαση, την ικανοποίηση του πελάτη για την περίοδο από το 2024 έως το καλοκαίρι του 2025. Μάλιστα, παρουσίασε ολόκληρη την προσπάθεια αποκατάστασης της συνεργασίας ως «ιστορία επιτυχίας πελάτη» («customer success story»).

Η διαρροή περιλαμβάνει επίσης λεπτομέρειες για δεκάδες συμφωνίες που επιδίωκε να συνάψει η Cisco το 2026 με διαφορετικούς φορείς της ισραηλινής κυβέρνησης και του στρατού, μεταξύ των οποίων οι υπηρεσίες πληροφοριών, η πολεμική αεροπορία και το ναυτικό. Πολλές από αυτές είχαν χαρακτηριστεί ως συμφωνίες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Στα έγγραφα περιλαμβάνονται, επίσης, στοιχεία για τις προσπάθειες στελεχών της Splunk να εντάξουν την πλατφόρμα στο Project Nimbus, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν τελικά η συμφωνία προχώρησε.

Με πληροφορίες από Guardian



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις