Από το πολυτελές Waldorf Astoria στην Ερμιονίδα μέχρι το εμβληματικό ακίνητο απέναντι από την Ακρόπολη, ο σεΐχης Ταχνούν μπιν Ζαγέντ Αλ Ναγιάν έχει αναπτύξει ένα επενδυτικό δίκτυο με επίκεντρο τον τουρισμό και τα ακίνητα υψηλής αξίας.
Ένας από τους ισχυρότερους οικονομικούς παράγοντες του Άμπου Ντάμπι, με επιρροή που εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, έχει στρέψει εδώ και χρόνια το επενδυτικό του ενδιαφέρον στην Ελλάδα. Ο λόγος για τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγέντ Αλ Ναγιάν, αδελφό του προέδρου των Εμιράτων και θείο του διαδόχου του θρόνου, ο οποίος βρίσκεται πίσω από ένα πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με αιχμή τον πολυτελή τουρισμό και την αγορά ακινήτων.
Η παρουσία του στην ελληνική αγορά επανέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή τη νέα επίσκεψη του διαδόχου του Άμπου Ντάμπι, Χαλίντ μπιν Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναγιάν, στην Αθήνα, για δεύτερη φορά μέσα σε τέσσερις μήνες. Ο διάδοχος, συνοδευόμενος από πολυμελή επιχειρηματική αποστολή, συναντήθηκε την Πέμπτη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με τις επενδύσεις να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των συνομιλιών. Ο σεΐχης Ταχνούν ωστόσο έχει ήδη συνδεθεί με σημαντικές τοποθετήσεις σε ελληνικά ακίνητα, με χαρακτηριστικότερη την ανάπτυξη ενός υπερπολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος στην Ερμιονίδα.
Ποιος είναι ο πανίσχυρος σεΐχης
Ο Ταχνούν μπιν Ζαγέντ Αλ Ναγιάν δεν είναι απλώς μέλος της βασιλικής οικογένειας. Είναι ένας από τους ανθρώπους που διαχειρίζονται τεράστια επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ κατέχει και τη θέση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Στο επιχειρηματικό πεδίο, το όνομά του είναι άμεσα συνδεδεμένο με την International Holding Company (IHC), της οποίας είναι πρόεδρος.
Πρόκειται για έναν πολυσχιδή εισηγμένο όμιλο, με δραστηριότητες που εκτείνονται από το real estate και τις κατασκευές μέχρι τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, την ενέργεια, την υγεία και την τεχνολογία.
Τα οικονομικά μεγέθη της IHC είναι ενδεικτικά της ισχύος της. Στο τέλος του 2025, το ενεργητικό της ανερχόταν σε 428,6 δισ. ντιρχάμ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 116,7 δισ. δολάρια. Τα ετήσια έσοδά της διαμορφώθηκαν σε 111,4 δισ. ντιρχάμ και τα καθαρά κέρδη σε 34,7 δισ. ντιρχάμ.
Ο όμιλος έχει εξελιχθεί σε σημαντικό επενδυτικό παίκτη διεθνώς, με παρουσία σε δεκάδες αγορές και ένα εκτεταμένο δίκτυο θυγατρικών και συμμετοχών. Μέσω διαφορετικών εταιρικών σχημάτων, τα συμφέροντα που συνδέονται με τον σεΐχη Ταχνούν έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε επενδυτικές ευκαιρίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ελλάδα αποτελεί μέρος αυτής της στρατηγικής, με την αγορά πολυτελών ακινήτων και τη φιλοξενία να συγκεντρώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το Waldorf Astoria των 203 εκατ. ευρώ στην Ερμιονίδα
Το μεγαλύτερο επενδυτικό εγχείρημα που συνδέεται με τον σεΐχη στην Ελλάδα βρίσκεται στην Πετροθάλασσα Ερμιονίδας, στην έκταση όπου λειτουργούσε παλαιότερα το Ermioni Club. Εκεί, μέσω της εταιρείας Scarlet Beach, προωθείται η δημιουργία ενός υπερπολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος, με προϋπολογισμό που, σύμφωνα με το επίσημο μητρώο στρατηγικών επενδύσεων, ανέρχεται σε 202,99 εκατ. ευρώ.
Το ξενοδοχείο θα λειτουργήσει υπό το σήμα Waldorf Astoria της Hilton, ενός από τα πλέον αναγνωρίσιμα ονόματα της διεθνούς ξενοδοχειακής αγοράς. Η συμφωνία για το Waldorf Astoria Scarlet Bay ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 2025, ενώ ως χρονικός ορίζοντας λειτουργίας έχει αναφερθεί το 2029.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις υψηλών προδιαγραφών, πολυτελείς κατοικίες, εστιατόρια, πισίνες, χώρους ευεξίας, beach club και αθλητικές υποδομές. Σύμφωνα με τον αρχικό επενδυτικό φάκελο, το συγκρότημα περιλαμβάνει 100 δωμάτια και 15 τουριστικές κατοικίες, ενώ σε μεταγενέστερες παρουσιάσεις του σχεδιασμού γίνεται λόγος για 121 δωμάτια και 14 πολυτελείς βίλες.
Το έργο έχει υπαχθεί στο καθεστώς των στρατηγικών επενδύσεων, ενώ έχει προηγηθεί και ο έλεγχος του σχετικού σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η επένδυση δεν αφορά μόνο τη δημιουργία ενός ακόμη πολυτελούς ξενοδοχείου. Το επιχειρηματικό μοντέλο συνδυάζει τη φιλοξενία με την ανάπτυξη και εμπορική αξιοποίηση επώνυμων κατοικιών, απευθυνόμενο σε μια διεθνή πελατεία με υψηλή αγοραστική δύναμη.
Και δεύτερο ξενοδοχείο με 612 κλίνες
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο επενδυτικός σχεδιασμός του σεΐχη στην Ερμιονίδα δεν εξαντλείται στο Waldorf Astoria. Μέσω της εταιρείας Erigon Μονοπρόσωπη Α.Ε., η οποία συνδέεται με τη Scarlet Beach, προωθείται δεύτερη ξενοδοχειακή ανάπτυξη, σε έκταση περίπου 80,5 στρεμμάτων στη θέση «Κόπρεζα ή Θεριζά», κοντά στην Ερμιόνη.
Σε αντίθεση με το υπερπολυτελές συγκρότημα της Πετροθάλασσας, η νέα μονάδα θα είναι κατηγορίας τριών αστέρων, με συνολική δυναμικότητα 612 κλινών. Το σχέδιο προβλέπει 296 δωμάτια και δέκα ανεξάρτητα διαμερίσματα, με τη συνολική δόμηση να φθάνει περίπου τα 10.723 τ.μ.Το σημαντικό είναι ότι η επένδυση έχει ήδη λάβει έγκριση περιβαλλοντικών όρων, γεγονός που επιτρέπει την προώθηση των επόμενων αδειοδοτικών διαδικασιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση των δύο ξενοδοχειακών αναπτύξεων. Στον σχεδιασμό προβλέπεται η κάλυψη των αναγκών ύδρευσης της Erigon από τη μονάδα αφαλάτωσης της Scarlet Beach, μέσω ειδικού αγωγού.
Η δεύτερη μονάδα ενδέχεται να εξυπηρετήσει και ανάγκες στέγασης προσωπικού, καθώς η λειτουργία μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων δημιουργεί αυξημένη ζήτηση για εργαζομένους και κατάλληλες υποδομές φιλοξενίας τους. Πάντως, η συγκεκριμένη χρήση δεν έχει επιβεβαιωθεί ως αποκλειστικός προορισμός της επένδυσης.
Πίσω από την εταιρική δομή των επενδύσεων βρίσκεται η HD Cheli Investment RSC Ltd, η οποία συνδέεται με τη Royal Group του Άμπου Ντάμπι. Πρόκειται για ένα ακόμη στοιχείο που καταδεικνύει ότι οι δύο αναπτύξεις εντάσσονται σε έναν ευρύτερο επιχειρηματικό σχεδιασμό και δεν αποτελούν ανεξάρτητες επενδυτικές κινήσεις.
Το ακίνητο-φιλέτο απέναντι από την Ακρόπολη
Η σχέση του σεΐχη Ταχνούν με την ελληνική αγορά ακινήτων είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις μεγάλες τουριστικές επενδύσεις στην Ερμιονίδα. Ένα από τα ακίνητα που έχουν συνδεθεί με το όνομά του βρίσκεται στην καρδιά της Αθήνας, στη συμβολή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τη Μακρυγιάννη, ακριβώς απέναντι από την Ακρόπολη.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο πενταώροφο κτίριο, το οποίο ανήκε στο παρελθόν στον επιχειρηματία και παλαιό χρηματιστηριακό επενδυτή Γιάννη Τζιβέλη.
Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα, το ακίνητο αποκτήθηκε από τον σεΐχη το 2019 μέσω πλειστηριασμού, με τίμημα περίπου 6,5 εκατ. ευρώ. Η αξία του συνδέεται πρωτίστως με τη μοναδική θέση του, σε έναν από τους πιο περιζήτητους δρόμους της πρωτεύουσας. Το κτίριο διαθέτει επαγγελματικούς χώρους και διαμερίσματα διαφορετικών επιφανειών, ενώ στους υψηλότερους ορόφους υπάρχουν μεγάλες κατοικίες με θέα στην Ακρόπολη.
Κατά καιρούς έχουν αναφερθεί σχέδια μετατροπής του σε πολυτελείς κατοικίες, ενώ το ακίνητο είχε εμφανιστεί και στην αγορά με ζητούμενο τίμημα που έφθανε τα 50 εκατ. ευρώ. Δεν έχει, ωστόσο, επιβεβαιωθεί από νεότερα δημόσια στοιχεία ότι έχει ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη αξιοποίηση ή ποιο είναι σήμερα το οριστικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του.
Η συγκεκριμένη επένδυση είναι χαρακτηριστική της λογικής με την οποία μεγάλα διεθνή κεφάλαια προσεγγίζουν την ελληνική αγορά ακινήτων: αναζητούν τοποθεσίες με υψηλή αναγνωρισιμότητα, περιορισμένη προσφορά και δυνατότητα σημαντικής υπεραξίας.
Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται στο επενδυτικό του ραντάρ
Η Ερμιονίδα και το ιστορικό κέντρο της Αθήνας μπορεί να αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές αγορές, ωστόσο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: συγκεντρώνουν ακίνητα που δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν από αντίστοιχες νέες αναπτύξεις.
Στην περίπτωση της Ερμιονίδας, το ενδιαφέρον εστιάζεται στη δυνατότητα δημιουργίας μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων, σε μια περιοχή που έχει ήδη αποκτήσει διεθνή αναγνωρισιμότητα ως προορισμός πολυτελούς φιλοξενίας. Στην Αθήνα, αντίθετα, το πλεονέκτημα βρίσκεται στη μοναδικότητα της τοποθεσίας και στη δυνατότητα αξιοποίησης ιστορικών ακινήτων υψηλής εμπορικής αξίας.
Για τον σεΐχη Ταχνούν, οι συγκεκριμένες επενδύσεις αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος των διεθνών επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Για την ελληνική αγορά, όμως, είναι ενδεικτικές της αυξανόμενης παρουσίας κεφαλαίων από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στον τουρισμό και το real estate.
Η νέα επίσκεψη του διαδόχου του Άμπου Ντάμπι επιβεβαιώνει ότι οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών εισέρχονται σε μια περίοδο μεγαλύτερης κινητικότητας. Το ζητούμενο πλέον είναι πόσες από τις συμφωνίες και τις επενδυτικές πρωτοβουλίες θα μετατραπούν σε συγκεκριμένα έργα, με μετρήσιμο αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία.
Πηγή: iefimerida.gr
