Φόρτωση Text-to-Speech…
Το ελληνικό μπάσκετ δεν είναι ένα άθλημα σαν όλα τα άλλα, γιατί χάρη στον Νίκο Γκάλη, στον Παναγιώτη Γιαννάκη, στον Παναγιώτη Φασούλα και στα άλλα παιδιά… έγινε το εθνικό μας αθλητικό κατόρθωμα, το 1987. Είναι μια κοινή ανάμνηση που κρατάει τέσσερις δεκαετίες και γι’ αυτό οι σημερινές αποκαλύψεις πονάνε περισσότερο. Δεν πλήττουν μόνο ένα πρωτάθλημα ή μια ομοσπονδία, αλλά μια μεγάλη ιστορία που έμαθε σε γενιές Ελλήνων να πιστεύουν στη δύναμη της ομάδας και της προσπάθειας. Οι καταγγελίες για χειραγώγηση αγώνων απλώνονται από τις μεγάλες κατηγορίες μέχρι τα εφηβικά και τα σχολικά πρωταθλήματα. Εκεί όπου τα παιδιά θα έπρεπε να μαθαίνουν τι σημαίνει προσπάθεια, συνεργασία και σεβασμός στον αντίπαλο, κάποιοι φέρεται να δίδαξαν το ακριβώς αντίθετο ή ότι το αποτέλεσμα μπορεί να έχει ήδη αποφασιστεί. Οι κατηγορίες ασφαλώς δεν είναι καταδίκες και η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί για την ενοχή όσων ερευνώνται. Ομως η προσοχή δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για σιωπή. Οταν ένας σχολικός αγώνας μπαίνει στο μικροσκόπιο και δημοσιεύονται καταγγελίες για μια εξωφρενική διαφορά στις ελεύθερες βολές, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ποιος σφύριξε και ποιος κέρδισε. Αφορά το τι αντίληψη για τον αθλητισμό παραδίδουμε στα παιδιά χωρίς ντροπή.
Ευθύνες έχουν πρωτίστως όσοι διαχειρίζονται το άθλημα και όσοι θεωρούν τις ομοσπονδίες, τις επιτροπές και τη διαιτησία προσωπικό τους φέουδο. Εχουν και όσοι με το αυτοδιοίκητο αντιμετώπισαν τον έλεγχο ως γραφειοκρατική υποχρέωση και την εποπτεία ως κάτι που μπορεί να περιμένει μέχρι να ξεσπάσει η επόμενη κρίση. Η διαφάνεια δεν είναι ανακοίνωση μετά το σκάνδαλο, αλλά κανόνες, ανεξάρτητος έλεγχος, προστασία όσων καταγγέλλουν και βαριές συνέπειες όταν οι κανόνες παραβιάζονται.
Υπάρχει όμως κι ένας καθρέφτης πιο κοντινός και βρίσκεται στις εξέδρες. Είναι οι γονείς που μετατρέπουν κάθε σχολικό παιχνίδι σε τελικό ζωής και θανάτου, καθώς βρίζουν, πιέζουν, απειλούν και φανατίζονται. Το παιδί καταλαβαίνει γρήγορα τι θεωρεί η οικογένειά του επιτυχία και δεν είναι δυστυχώς το να παίξει καλά ή να προσπαθήσει, αλλά να κερδίσει πάση θυσία. Οταν οι ενήλικοι χειροκροτούν την εύνοια, την «πλάτη» και το αποτέλεσμα με κάθε τίμημα, δεν δικαιούνται αργότερα να παριστάνουν τους έκπληκτους. Η συζήτηση γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν μια σχολική διάκριση συνδέεται με πρόσθετα μόρια και δυνατότητες εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ενα θεμιτό κίνητρο για τον αθλητή μπορεί να μετατραπεί σε πειρασμό για όποιον θέλει να εξασφαλίσει πλεονέκτημα. Τότε ο αθλητισμός δεν ανταμείβει την προσπάθεια, αλλά γίνεται παράκαμψη και τα παιδιά πληρώνουν το τίμημα. Το πιο βαρύ κατηγορητήριο δεν είναι ένα χαμένο κύπελλο, αλλά η απογοήτευση ενός μαθητή που αρχίζει να πιστεύει πως η προσπάθεια δεν μετράει και πως πάντα κάποιος άλλος αποφασίζει. Αυτή η ζημιά δεν διορθώνεται με μια συγγνώμη ούτε με την ποινική μεταχείριση των εμπλεκομένων.
Αν θέλουμε να προστατεύσουμε την κληρονομιά που άφησαν ο Γκάλης με την παρέα του και όσοι ακολούθησαν, ας αρχίσουμε από τα βασικά με έρευνα μέχρι τέλους, θεσμούς που λογοδοτούν και γονείς που κατανοούν ότι το παιδί τους δεν είναι όχημα για διάκριση, μόρια ή για την προσωπική τους δικαίωση. Ενα παιχνίδι μπορεί να χαθεί, αλλά η εμπιστοσύνη δεν ξανακερδίζεται με ένα εύστοχο σουτ. Ας αφήσουμε επιτέλους όλοι τα παιδιά να απολαμβάνουν τη χαρά του παιχνιδιού.
