Φόρτωση Text-to-Speech…
Hταν 1973 όταν μια παρέα νεαρών από το Σεντ Λούις του Μιζούρι αποφάσισε να ακολουθήσει τα βήματα των… κοντοχωριανών τους, Kansas, φτιάχνοντας ένα γκρουπ που θα έπαιζε μελωδικό προγκρέσιβ ροκ, όταν όλοι γύρω τους χόρευαν κάντρι στα… πανηγύρια και άκουγαν τζαζ και μπλουζ. To λατινικό Anno Mundi (μτφ. από καταβολής κόσμου) δεν άρεσε ως όνομα στον τραγουδιστή της μπάντας, Ντέιβιντ Σέρκαμπ, καθώς τον είχε συνεπάρει η ιστορία τoυ πειράματος με τους σκύλους του Παβλόφ.
Ο Σέρκαμπ έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες ώρες σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας μια τεράστια κληρονομιά στον σκληρό ήχο. Από το μυστηριώδες μεγαλείο του άλμπουμ «Pampered Menial» μέχρι τις επόμενες δεκαετίες της μουσικής του περιπλάνησης, ο Αμερικανός τραγουδιστής υπήρξε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες, αλλά και συνάμα, από τις πιο δύσκολα ταξινομήσιμες, μορφές του προγκρέσιβ ροκ.
Η φωνή του δεν χρειάζεται παρά λίγα δευτερόλεπτα για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που βρέθηκε κάποτε πίσω από το μικρόφωνο. Ανεβαίνοντας στα ύψη, άλλοτε με δραματική χροιά, άλλοτε πιο εύθραυστη και ταυτόχρονα διαπεραστική, έμοιαζε να κινείται σε μια περιοχή όπου το ροκ συναντούσε το λυρικό τραγούδι, το φολκ και τη θεατρικότητα του προγκρέσιβ. Δεν επρόκειτο για μια φωνή που απλώς ξεχώριζε, όπως αυτή του Γκέντι Λι των Rush, αλλά για τη φωνή που καθόρισε τον ήχο των Pavlov’s Dog και σφράγισε ένα από τα πιο παράξενα και γοητευτικά ντεμπούτα της μαγευτικής δεκαετίας του 1970.
Είναι η εποχή εκείνη που, παρα την απουσία του Ιντερνετ, αγαπά με… υστερία τους μύθους και την παραφιλολογία, και ως… διά μαγείας δημιουργούνται διάφορες φήμες, oι οποίες γιγαντώνονται χρόνο με τον χρόνο και αφορούν αυτή τη μυστηριώδη φωνή. Το «Julia» κατακλύζει το ραδιόφωνο, συνοδευόμενο από ιστορίες (για αγρίους) που κάνουν λόγο, άλλες για κάποιον παράξενο νάνο τραγουδιστή, άλλες για ότι ο Σέρκαμπ είναι γυναίκα και άλλες για αυτοκτονία του καλλιτέχνη μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ επειδή δεν άντεχε το… μπούλινγκ λόγω της φωνής αυτής, μια θεωρία που συζητούσαμε ευρέως και στην Ελλάδα.
Παρά τις αστείες προελεύσεις όλων των παραπάνω σεναρίων, δημιουργήθηκε τελικά γύρω από το γκρουπ ένας μύθος, που έστω κι από… σπόντα έφερε πολύ κόσμο στο κατώφλι του. Κόσμος που τελικά έμεινε κοντά του και αγάπησε τους Pavlov’s Dog για τις υπέροχες μουσικές τους και τη μοναδική ερμηνεία του Σέρκαμπ.
Η κληρονομιά του, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μια ασυνήθιστη φωνητική τεχνική ή σε ένα τραγούδι, όπως το «Julia», που εξακολουθεί να συγκινεί. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι Pavlov’s Dog επιχείρησαν να διευρύνουν τα όρια του rock, σε μια εποχή κατά την οποία οι μουσικοί πειραματισμοί μπορούσαν ακόμη να οδηγήσουν σε αποτελέσματα, μεγαλειώδη μεν, αλλά δύσκολα για το ευρύ κοινό (βλ. King Crimson, Van Der Graaf Generator, ELP, Nektar, Gentle Giant κ.τ.λ.).
Αυτό ακριβώς ήταν και το παράδοξο των Pavlov’s Dog. Η μουσική τους μπορούσε να είναι περίπλοκη χωρίς να χάνει τον συναισθηματικό της πυρήνα. Και ο Σέρκαμπ ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε ενωμένα αυτά τα δύο στοιχεία.
Γυρίζοντας πάλι στο Σεντ Λούις, οι Pavlov’s Dog εκείνη την εποχή, παίζουν διάφορα live και σιγά σιγά «χτίζουν» όνομα, ως «μια νέα μπάντα με έναν τραγουδιστή με παράξενη, ανδρόγυνη, φωνή». Η ABC Records θα πάρει πρώτη το ρίσκο και θα κυκλοφορήσει το 1974, εννέα κομμάτια του γκρουπ, το άλμπουμ που σήμερα οι περισσότεροι γνωρίζουμε ως «Pampered Menial». Λίγο αργότερα, το άλμπουμ θα βρεθεί στα δισκοπωλεία και με την ετικέτα της Columbia, με τις δύο εταιρίες να ερίζουν για την πατρότητα της κυκλοφορίας, εμφανίζοντας και οι δύο, υπογεγραμμένα συμβόλαια από τους Pavlov’s Dog.
To «Pampered Menial» μαγνητίζει την προσοχή οπαδών του ροκ και των κριτικών, όμως δεν καταφέρνει να γίνει επιτυχία. Παρότι έχει πιασάρικα κομμάτια, αρκετά radio-friendly ύφος, όπως δουλειές των Kansas και των Styx, το άλμπουμ θα μείνει στο περιθώριο.
Ετσι, οι Pavlov’s Dog και το «Pampered Menial» θα γίνουν γνωστοί, ουσιαστικά, μετά την οριστική (για την εποχή) διάλυσή τους, το 1980, με προπομπό το «Julia». Πέραν, όμως, των σκύλων, των επιστημόνων και του… ράδιο αρβύλα, υπάρχει και το πραγματικό περιεχόμενο του άλμπουμ. To προαναφερθέν κομμάτι έμελλε να γίνει το σήμα κατατεθέν τους με τον υπέροχο λυρισμό και την ενορχήστρωσή του, όμως το γκρουπ έδωσε ρεσιτάλ πολυφωνίας τόσο μέσα από την ερμηνεία του Σέρκαμπ, όσο και από την κιθάρα του Σκορπίνα, τα πλήκτρα του Χάμιλτον, το mellotron και το φλάουτο του Νταγκ Ρέιμπερν, το μαγικό βιολί και το vitar του Ζίγκφριντ Κάρβερ, το «πρωτόγονο» μπάσο του Στόκτον και τα τύμπανα του υπέροχου Μάικ Σάφρον, σε όλα τα κομμάτια.
Στο «Pampered Menial» κανείς δεν επιδιώκει να ξεχωρίσει με το παίξιμό του. Χάμιλτον, Ρέιμπερν και Κάρβερ σερβίρουν υπέροχους προγκ ρυθμoύς στον Σκορπίνα, ο οποίος έρχεται και τελειοποιεί τις συνθέσεις με πιασάρικα ριφ και εξαιρετικά σόλο, όπως στο επικό «Song Dance» (ακούστε το solo βιολιού πάνω στο ριφ και μετά, σπαρταριστό progressive με bluesy πιάνο). Το φαλσέτο της φωνής του Σέρκαμπ προκαλεί ρίγη, παρά τη μικρή «υπερβολή» του στο «Late November». Στο άλμπουμ θα απολαύσουμε το ταίριασμα του βιολιού, των πλήκτρων και του φλάουτου με τις φωνητικές χορδές του τραγουδιστή τόσο στο «Julia», όσο και στο ροκ εν ρολ «Natchez Trace» ή το ατμοσφαιρικό «Fast Gun» και το επιβλητικό AOR αριστούργημα, «Theme From Subway Sue» και τόσα άλλα που κάνουν κάποιες «ατέλειες» (το «φτωχό» γύρισμα του Σάφρον στα ντραμς στο «Late November») να περνούν απαρατήρητες.
Γεμάτο συναισθήματα, το «Pampered Menial» ακροβατεί διακριτικά στα «σύνορα» ιδιωμάτων όπως του προγκρέσιβ, του χαρντ ροκ, του φολκ, του AOR, ακόμη και της ποπ μουσικής, όμως οποιοσδήποτε προσπαθήσει να απομονώσει αυτές τις μουσικές, θα χάσει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ πρέπει να το «δει» ο ακροατής σφαιρικά. Οπως ακριβώς το εξώφυλλό του, ένα έργο του Ρόμπερτ Βέρνον του 1849 με τίτλο «Horace».
Η κατάρρευση
Η απήχηση του «Pampered Menial» άνοιξε τον δρόμο για μια περίοδο έντονης δραστηριότητας. Οι Pavlov’s Dog εμφανίστηκαν δίπλα σε σημαντικά ονόματα της ροκ σκηνής, κερδίζοντας την εκτίμηση ακροατών που αναζητούσαν κάτι διαφορετικό από την κυρίαρχη φόρμα του ροκ.
Η συνέχεια ήρθε το 1976 με το «At the Sound of the Bell». Ο ήχος του συγκροτήματος απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην ατμόσφαιρα, στις λεπτομερείς ενορχηστρώσεις και στις μελωδίες, επιβεβαιώνοντας ότι οι Pavlov’s Dog δεν ήταν ένα συγκρότημα που είχε εξαντλήσει τις ιδέες του με το ντεμπούτο του.
Ωστόσο, οι εσωτερικές εντάσεις και οι δυσκολίες στη λειτουργία της μπάντας άρχισαν να υπονομεύουν την πορεία της. Το τρίτο άλμπουμ, που έμεινε για χρόνια γνωστό στους συλλέκτες ως «Third», δεν κυκλοφόρησε κανονικά εκείνη την εποχή. Ο Σέρκαμπ αποχώρησε, έχοντας φτάσει στα όριά του από το χάος και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του συγκροτήματος.
Για μια μπάντα που είχε ξεκινήσει με τόσο υψηλές προσδοκίες, η εξέλιξη ήταν απογοητευτική. Οι Pavlov’s Dog δεν πρόλαβαν να αξιοποιήσουν τη δυναμική του πρώτου τους δίσκου. Δεν έγιναν ποτέ ένα από τα μεγάλα εμπορικά ονόματα της δεκαετίας, αλλά η μουσική τους διατήρησε μια ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους φίλους του προγκρέσιβ ροκ.
Η αποχώρηση από το συγκρότημα δεν σήμανε το τέλος της δημιουργικής διαδρομής του Σέρκαμπ. Στη δεκαετία του 1980 συνεργάστηκε με τον Ιαν Μάθιους, πρώην τραγουδιστή των Fairport Convention, στους Hi-Fi. Η συνεργασία αυτή τον έφερε σε ένα διαφορετικό μουσικό περιβάλλον, χωρίς να εξαφανίσει τις ιδιαιτερότητες της σύνθεσης και της ερμηνείας του.
Παράλληλα, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, μακριά, για ένα διάστημα, από τη συνεχή έκθεση που απαιτούσε η ζωή ενός ροκ μουσικού. Η σχέση του με τους Pavlov’s Dog, ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το κεντρικό κεφάλαιο της καλλιτεχνικής του ταυτότητας.
Το συγκρότημα επανεμφανίστηκε δισκογραφικά με το «Lost in America» το 1990, ενώ τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν επανενώσεις και συναυλίες. Σταδιακά, οι Pavlov’s Dog απέκτησαν ξανά ζωή, με νέους μουσικούς, επανεκδόσεις του παλιού υλικού και νέες ηχογραφήσεις.
Καθοριστική υπήρξε και η παρουσία της συζύγου του, Σάρα Σέρκαμπ, με την οποία μοιράστηκε μουσικές αναζητήσεις και εμφανίσεις. Ο θάνατός της, τον Νοέμβριο του 2025, αποτέλεσε μια βαθιά προσωπική απώλεια για τον Ντέιβιντ. Η αναφορά της μπάντας στη σύζυγό του, κατά την ανακοίνωση του δικού του θανάτου, αποκάλυψε πόσο ισχυρός παρέμενε αυτός ο δεσμός.
Η ανανεωμένη δισκογραφική δραστηριότητα συνεχίστηκε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Το «Wonderlust», που κυκλοφόρησε το 2025, έδειξε ότι ο Σέρκαμπ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τη μουσική ως ζωντανή δημιουργική διαδικασία και όχι ως ένα κεφάλαιο που είχε κλείσει οριστικά τη δεκαετία του 1970. Οι Pavlov’s Dog συνέχιζαν να ηχογραφούν και να εμφανίζονται, διατηρώντας επαφή με ένα διεθνές κοινό που δεν τους είχε εγκαταλείψει.

Ακούγοντας ξανά το «Pampered Menial», οι Pavlov’s Dog ακόμη και στις μέρες μας, 52 χρόνια μετά τη σπουδαία αυτή κυκλοφορία, μοιάζουν να κάνουν ακόμη το πείραμα του Pavlov με τους ακροατές τους.
