ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Τσακο με φωνάζουνε οι άνθρωποι. Είμαι ένας μικροκαμωμένος σκύλος, εκεί πάνω στα ψηλα βουνά της Ηπείρου. Γεννήθηκα στις αρχές της άνοιξης, πριν από πέντε χρόνια. Ήμασταν μια μεγάλη οικογένεια σκύλων, χαρούμενη και ορεξάτη καθημερινά .
Ο παππούς μου, ένας περήφανος γκέκας που, με το κεφάλι κάτω όργωνε τα ορμάνια και τα λιβάδια . Σήκωνε το κεφάλι σπάνια. Μόνο μια φορά τον θυμάμαι να καρφώνει το κεφάλι ψηλα, κοιτάζοντας μια θεόρατη βελανιδιά. Γάβγιζε δυνατά και γυρνούσε κυκλικά το δενδρο. Σκόνταφτε κάποτε στον κορμό, αλλά δεν σταματούσε.
Μια τεράστια αγριόγατα, πιο μεγάλη από την αδελφή μου την Φλώρα, μας κοιτούσε από το ψηλότερο κλαδί. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι που ήλθε το αφεντικό μας, όλη η οικογένεια περίμενε τη Γατα φωνάζοντας. Μας μάλωσε ο Γιορδάνης, ο νοικοκύρης μας. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου.
Έπαιζα με τις πεταλούδες , μάλωνα με τα αδέλφια μου, κυνηγούσα τις γάτες. Κάθε μεσημέρι, άδειαζε το αφεντικό ένα πηχτό χηλό που το λέγανε Κατσαμάκι,σε μεγάλες γαβάθες στο διπλανό χωράφι του σπιτιού μας. Είχε και μικρά Κόκκαλα μέσα, είχε και κομμάτια κρέας. Η καλύτερη στιγμή της ημέρας ήτανε. Πρώτα έτρεχε ο παππούς, μετά ο πατέρας και τα μεγάλα μου αδέλφια. Ο καημένος ο πατέρας. Ντρεπότανε που δεν έμοιαζε του παππού. Ήτανε πιο ψηλός, πιο ατσούμπαλους, λιγότερο πεισματάρης. Ήτανε όμως καλός φύλακας στο κοπάδι με τις αγελάδες του Γιορδανη . Τις έβαζε στη σειρά κάθε πρωί και βγαίναμε στα ψηλα λιβάδια. Ο παππούς έχωνε τη μύτη του και μέσα στα πουρνάρια ακόμη. Θυμάμαι μια μέρα που έκαιγε ο ήλιος και πύρωνε το χωμα, βγήκε ένα ζώο σαν Γατα από το πουρνάρι. Είχε όμως κάτι μεγάλα αυτιά και περπατούσε χοροπηδώντας …
-«Λαγός, μπαμπά, λαγός», φώναξε ο Κωστάκης , ο γιος του αφεντικού. Έτρεχε μέσα από το κοπάδι, μέχρι που χάθηκε μετά από το ποτάμι. Ήμουν έξι μηνών τότε. Πάτησα δυνατά στα πόδια μου και ξεχύθηκα πίσω απ´ τον παππού. Σε λίγο έχασα και τον παππού και τον λαγό. Εκεί κοντά στο ποτάμι, έμεινα μόνος…
Ψυχή δεν υπήρχε γύρω μου. Έπαιξα με μια μελισσα και ήπια νέρο. Πήρα τα βήματα του παππού ανάποδα, και βρήκα ένα μικρό μοσχαράκι, να παίζει κι αυτό κάτω απο μια μηλιά. Πίσω ήταν και το κοπάδι. Θυμωμένο το αφεντικό, μάλωνε τον παππού. Δεν ήθελε φαίνεται να παίζουμε έτσι.
Ώσπου άρχισαν οι βροχές. Ο καιρός άλλαξε, το βράδυ κοιμόμασταν μέσα στα σπιτάκια. Μου άρεσε το κρύο. Ένα πρωί, πολύ πρωί πήρε το αφεντικό τον παππού, τον μπαμπά και τη μεγάλη μου αδελφή και βγήκαν στα λιβάδια. Χωρίς κοπάδι. Άκουσα τον Κωστακη να παρακαλάει τον μπαμπά του να τον πάρει μαζί.
«Ε, τότε να έλθει και ο Τσάκος» είπε γελώντας ο Γιορδανης. Έτρεξα πριν με φωνάξουν. Κάτι με έσπρωχνε εκείνη την μέρα . Κάτι σαν άνεμος, κάτι σαν χάδι… Βγήκε ο λαγός απο ένα κέδρο, κι ακούστηκε ένα «Κραου» απο το σίδερο που σήκωσε ψηλα ο Γιορδανης. Ήμουν κοντά κι έτρεξα μύρισα…
Ο παππούς, σταμάτησε και με άφησε και μύρισα πρώτος… Κούνησε δυνατά την ουρά του και με έγλυψε στο κεφάλι. Α ρε παππού, ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη την πρωτιά…
Όλο το χειμώνα ζούσα στον παράδεισο. Κυνήγι, φαΐ και …αλητεία. Η αδελφή μου με ζήλευε, γιατί τ’ αφεντικό μου έβαζε φαΐ στη δίκη μου γαβάθα. Ερχόντουσαν και μεγάλες παρέες απ’ την πόλη , έκανα και γνωριμίας με αλλά σκυλιά. Κάποτε ήρεμες, κάποτε αγριωπες . Ο παππούς έμπαινε πάντα μπροστά.
Θυμάμαι όταν περνούσαμε έξω απο μια στάνη προβάτων για να πάμε λαγοτόπι, ο παππούς δεν περίμενε τα τσομπανόσκυλα στο μονοπάτι. Έτρεχε πρώτος και κατουρούσε στην περίφραξη της στάνης. Αργα και με μεγαλοπρέπεια. Ούτε κιχ τα τσομπανόσκυλα…

Η ευτυχία όμως τρέχει γρήγορα, εκεί στα ψηλα βουνά… Μια μέρα τον επόμενο χειμώνα, αρρώστησε ο Γιορδανης. Γιατρός δεν τον είχε δει μέχρι τότε. Πεισματάρης άνθρωπος, πολεμούσε με βότανα κάθε νύχτα τον χάρο. Κι ένα βράδυ που ο παππούς ούρλιαζε, έφυγε ο Γιορδανης. Έκλαψε ο γιος του, κλάψαμε κι εμείς…
Άνοιξαν ένα μεγάλο λάκκο, ήλθαν και κυνηγοι απ’ την πόλη κι έβαλαν τον Γιορδανη μέσα.
Χιόνια είχε, θυμάμαι, πολλά χιόνια. Για πολλές μέρες, κοιμόμασταν εγώ, η αδελφή μου κι ο παππούς μου δίπλα στο πέτρινο σημάδι του λάκκου . Έκανε κρύο, πολύ κρύο… Κι ακουμπούσα τις νύχτες στον σταυρό – έτσι τον έλεγε ο Κωστάκης- και μου φαίνονταν ζεστός…
Μια μέρα ήλθε ένα φορτηγό, φόρτωσαν τα πράγματα του σπιτιού, να τα πάνε στον κάμπο. Μπροστά κάθισε ο Κωστάκης μαζί με τον οδηγό. Το κοπάδι σε αλλά δυο φορτηγά. Εμάς μας έβαλαν στο πρώτο φορτηγό. Όλοι ανέβηκαν με το ζόρι. Άφησαν μόνο τον γάτο να κοιτάζει απορημένος τις ρόδες του φορτηγού. Ο παππούς στριμωγμένος στην καρότσα, κοιτούσε απορημένα τα σίδερα. Μύριζε πολύ ανθρωπίλα εκεί πάνω…
Στην πρώτη στροφή, κοντά στον λάκκο του Γιορδανη, ο παππούς σάλταρε στο χωμα κι απο πίσω εγώ. Έτρεχε όπως εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό. Σταματήσαμε στο ποτάμι. Ήπιαμε νερό κι ο παππούς μου έγλυψε το κεφάλι. Μια νέα ζωή ξεκινούσε για μας. Μόνοι μας…
Υ.Γ. Τον παππού το έχασα τον επόμενο χειμώνα. Πέρασαν τρεις χειμώνες απο τότε. Ζω στο ιδιο σπιτάκι, τρώω στο σπιτι του γείτονα. Και δεν θα με πιάσει κανένας να με βάλει σε καρότσα φορτηγού. Κι όταν πέφτει το πρώτο χιόνι της χρονιάς, ζεσταίνομαι στο Σταυρό του Γιορδανη. Κάνει ακόμη ζέστη εκεί…
