Η συζήτηση πήρε σαφή κατεύθυνση από τον κ. Μυτιληναίο, που έθεσε ευθέως το ζήτημα του βάθους και, κυρίως, του timing της συνεργασίας με τους γαλλικούς ομίλους, αφήνοντας αιχμές για το πώς εξελίχθηκε το πρόγραμμα των φρεγατών.
«Η συνεργασία που έχουμε σήμερα με τη Naval για την προετοιμασία της τέταρτης φρεγάτας, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει από την πρώτη», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική βιομηχανία είχε τις δυνατότητες να συμμετέχει από την αρχή. Και έδωσε αμέσως τη μεγάλη εικόνα της επόμενης ημέρας, συνδέοντας τη συζήτηση με τα μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα: «Έχουμε κατασκευάσει τέσσερα υποβρύχια πριν από περίπου 20 χρόνια, που κρατούν σήμερα την ισορροπία στο Αιγαίο. Η Ελλάδα χρειάζεται άλλα τέσσερα υποβρύχια», ανέφερε, ξεκαθαρίζοντας ότι η χώρα διαθέτει ήδη κρίσιμη τεχνογνωσία.
Ευάγγελος Μυτιληναίος
Το πιο κρίσιμο, όμως, ήταν το πλαίσιο συνεργασίας που έθεσε: «Χρειαζόμαστε την τεχνολογία της Naval και εκείνοι χρειάζονται τη δική μας παραγωγική ικανότητα», είπε, περιγράφοντας ουσιαστικά ένα μοντέλο συνεργασίας ισότιμων εταίρων, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε συμπαραγωγές νέας γενιάς εξοπλισμών.
Ακόμη πιο ευθεία ήταν η τοποθέτηση του Κρίστιαν Χατζημηνάς, ο οποίος μετέφερε το κέντρο βάρους από τα επιμέρους προγράμματα στη συνολική φιλοσοφία συνεργασίας με τους ευρωπαϊκούς ομίλους. «Θα ήθελα να ζητήσω από τους Γάλλους φίλους μας να μας δουν όχι ως πελάτες, αλλά ως εταίρους», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέτοντας ευθέως το ζήτημα της αναβάθμισης του ρόλου της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Και έδωσε άμεσα παραδείγματα για το τι σημαίνει αυτό στην πράξη, περιγράφοντας συνεργασίες με γαλλικές εταιρείες σε τρίτες αγορές: «Έχουμε συνεργαστεί με τη Safran και την Exosens σε πολλές χώρες, από τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ έως ευρωπαϊκές αγορές, καταφέρνοντας να κερδίσουμε μαζί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ εξαγωγών».
Το κρίσιμο σημείο της παρέμβασής του, ωστόσο, ήταν η ξεκάθαρη διαφοροποίηση από το μοντέλο συνεργασίας που περιορίζεται σε εγχώρια projects: «Δεν έχει νόημα να συνεργαζόμαστε μόνο για έργα στην Ελλάδα. Πρέπει να κάνουμε μαζί διεθνές business», υπογράμμισε, ζητώντας ουσιαστικά κοινή στρατηγική εξωστρέφειας.
Μάλιστα, εξήγησε ότι η ελληνική πλευρά μπορεί να λειτουργήσει και ως καταλύτης σε τρίτες αγορές, σημειώνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις ελληνικές εταιρείες έχουν αναλάβει ρόλο βασικού αναδόχου σε διεθνή projects, αξιοποιώντας τη δυνατότητα να λειτουργούν ως πιο «ουδέτερος» εταίρος.
Κρίστιαν Χατζημηνάς
Από την πλευρά της Naval Group, ο Pierre-Eric Pommellet επιχείρησε να δείξει ότι η συνεργασία με την Ελλάδα έχει ήδη περάσει σε πιο ουσιαστική φάση, με αφετηρία το πρόγραμμα των φρεγατών. «Έχουμε ήδη περισσότερες από 70 ελληνικές εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και έχουμε υπογράψει πάνω από 120 συμβάσεις με την ελληνική βιομηχανία», ανέφερε, περιγράφοντας ένα οικοσύστημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω από τις φρεγάτες.
Μάλιστα, υπογράμμισε ότι η εμπλοκή της ελληνικής πλευράς δεν είναι συγκυριακή αλλά στρατηγική επιλογή: «Χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο την ελληνική βιομηχανία και την ελληνική τεχνολογία για να μας υποστηρίξει στα επόμενα βήματα», σημείωσε, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι η συνεργασία θα διευρυνθεί.
Το βλέμμα, άλλωστε, στρέφεται ήδη στην επόμενη γενιά προγραμμάτων. Όπως είπε, η Ελλάδα εξετάζει σοβαρά την αντικατάσταση του στόλου υποβρυχίων και η γαλλική πλευρά προετοιμάζεται για να ανταποκριθεί, με βασική προϋπόθεση τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας: «Στόχος είναι να εμπλακεί η ελληνική βιομηχανία στον σχεδιασμό και την κατασκευή», τόνισε.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό και το ενδεχόμενο μελλοντικών συμπαραγωγών με εξαγωγικό προσανατολισμό, σημειώνοντας ότι «όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη εφοδιαστική αλυσίδα και η βιομηχανική βάση, μπορούμε να απευθυνθούμε μαζί και σε άλλες αγορές».
Pierre-Eric Pommellet
Στο ίδιο πλαίσιο, ο διευθύνων σύμβουλος της KNDS, Nicolas Groult ανέδειξε τη συνεργασία ως βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, τονίζοντας ότι τα σύγχρονα προγράμματα δεν περιορίζονται σε προμήθειες, αλλά στηρίζονται σε μεταφορά τεχνολογίας και ανάπτυξη παραγωγής σε περισσότερες χώρες. Όπως σημείωσε, τέτοια σχήματα δημιουργούν οικονομίες κλίμακας και ταχύτητα υλοποίησης, στοιχεία κρίσιμα σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών πιέσεων.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν έμεινε μόνο στα επιμέρους προγράμματα, αλλά άνοιξε και στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, με τον Ευάγγελο Μυτιληναίο να θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής του μοντέλου ασφάλειας στην Ευρώπη.
Το ΝΑΤΟ αλλάζει
«Η άμυνα είναι άμεσο αποτέλεσμα της πολιτικής κατάστασης και όχι το αντίστροφο», σημείωσε, συνδέοντας τη βιομηχανική συνεργασία με τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Γαλλίας, η οποία, όπως είπε, έχει χτιστεί διαχρονικά.
Προχώρησε όμως ένα βήμα παραπέρα, επισημαίνοντας ότι το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί η Ευρώπη αλλάζει ριζικά: «Το ΝΑΤΟ όπως το ξέραμε, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν τον κύριο όγκο εξοπλισμού και υποστήριξης, αλλάζει και δεν πρόκειται να επιστρέψει στην προηγούμενη μορφή του», ανέφερε, περιγράφοντας μια νέα πραγματικότητα όπου οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο.
Σε αυτό το πλαίσιο, εξήγησε ότι οι διμερείς συνεργασίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία: «Οι συνεργασίες μεταξύ χωρών, όπως αυτή της Ελλάδας και της Γαλλίας, είναι ίσως το μοντέλο της επόμενης ημέρας», σημείωσε, υποδεικνύοντας ότι τέτοιες συμπράξεις μπορούν να λειτουργήσουν ως πυρήνας για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας.
Κοινός παρονομαστής όλων των παρεμβάσεων ήταν ότι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο bottleneck: την παραγωγική ικανότητα.
Ο κ. Χατζημηνάς το έθεσε ευθέως, σημειώνοντας ότι μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες αναζητούν πλέον αξιόπιστους εταίρους για να «τρέξουν» την παραγωγή: «Υπάρχει πρόβλημα capacity και γι’ αυτό οι ευρωπαϊκοί όμιλοι στρέφονται σε συνεργασίες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ασφαλής και αποτελεσματικός κόμβος παραγωγής και υπεργολαβίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Μυτιληναίος περιέγραψε το συμπληρωματικό μοντέλο που διαμορφώνεται: «Οι ευρωπαϊκές εταιρείες μπορούν να προσφέρουν την πιο προηγμένη τεχνολογία και τη μεταφορά τεχνογνωσίας, ενώ εμείς μπορούμε να προσφέρουμε παραγωγική ικανότητα, συνέπεια και ποιότητα», σημείωσε, υπογραμμίζοντας τη λογική του “win–win”.
Την εικόνα συμπλήρωσε ο κ. Groult, ο οποίος ανέφερε ότι η ζήτηση για αμυντικό εξοπλισμό υπερβαίνει πλέον την παραγωγική δυνατότητα της Ευρώπης, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ισχυρών βιομηχανικών συνεργασιών και ευρύτερων εφοδιαστικών αλυσίδων. «Η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την παραγωγική ικανότητα και αυτό απαιτεί συνεργασία και ενίσχυση της αλυσίδας παραγωγής», τόνισε.
Παράλληλα, το πάνελ ανέδειξε τη ριζική αλλαγή που συντελείται στη φύση της άμυνας, με αιχμή τις νέες τεχνολογίες και την ταχύτητα προσαρμογής. Ο κ. Pommellet περιέγραψε ένα διπλό μοντέλο λειτουργίας για την αμυντική βιομηχανία: από τη μία τα μακροπρόθεσμα προγράμματα, όπως φρεγάτες και υποβρύχια, που απαιτούν χρόνια σχεδιασμού και επενδύσεων, και από την άλλη η ανάγκη για άμεση προσαρμογή σε νέες απειλές, μέσω τεχνολογιών όπως drones, συστήματα μάχης, λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη.
«Πρέπει ταυτόχρονα να δουλεύουμε σε δύο χρόνους», σημείωσε, εξηγώντας ότι η βιομηχανία καλείται να συνδυάσει βαριά βιομηχανία με γρήγορη καινοτομία, αξιοποιώντας συνεργασίες για να καλύψει και τα δύο πεδία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Groult τόνισε ότι οι εξελίξεις στο πεδίο της Ουκρανίας επιβάλλουν ριζική αλλαγή ρυθμού: «Η καινοτομία πλέον γίνεται σχεδόν σε καθημερινή βάση, άρα πρέπει να σχεδιάζουμε και να παράγουμε πολύ πιο γρήγορα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία μεταξύ εταιρειών και χωρών είναι προϋπόθεση για αυτή την επιτάχυνση.
Από την πλευρά του, ο κ. Χατζημηνάς στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάδυση νέων μορφών απειλής, σημειώνοντας ότι η έμφαση μετατοπίζεται σε drones, anti-drones και πιο «ευέλικτα» συστήματα που αλλάζουν τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων. «Όλοι πρέπει να προσαρμοστούμε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η τεχνολογική προσαρμογή είναι πλέον συνεχής διαδικασία.
