Φόρτωση Text-to-Speech…
Η εμβληματική «Τριλογία της Νέας Υόρκης» («Γυάλινη πόλη», «Φαντάσματα» και «To κλειδωμένο δωμάτιο») του Πολ Οστερ έφθασε στα ελληνικά βιβλιοπωλεία σε μορφή γκράφικ νόβελ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και αυτό μας προσφέρει μια ιδανική αφορμή για μια συζήτηση με τον εμπνευστή και συνδημιουργό της, τον Αμερικανό εικονογράφο, ερευνητή και παιδαγωγό Πολ Καράσικ. Η έκδοση μάς καλεί να ανατρέξουμε στις ρίζες του εγχειρήματος, στο πρωτότυπο έργο του Οστερ, ένα «τοτέμ» της μεταμοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πολ Οστερ (1947-2024) καθιερώθηκε διεθνώς με την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» στα μέσα του ’80, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα του αστυνομικού αφηγήματος για να χαρτογραφήσει την πλήρη διάλυση της προσωπικής ταυτότητας.
Εμμονική παρακολούθηση
Η «Γυάλινη πόλη» ακολουθεί τον Ντάνιελ Κουίν, έναν συγγραφέα pulp μυθιστορημάτων που απαντάει σε ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα από λάθος αριθμό, οικειοποιούμενος την ταυτότητα ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ με το όνομα… Πολ Οστερ. Αναλαμβάνει μια υπόθεση που τον παρασύρει σε μια εμμονική παρακολούθηση στο Μανχάταν, η οποία εξαφανίζει τα όρια της δικής του ταυτότητας. Η «Γυάλινη πόλη» είχε μεταφερθεί αριστουργηματικά στο χαρτί το 1994 από τον Καράσικ και τον κορυφαίο δημιουργό Ντέιβιντ Ματσουκέλι υπό την επίβλεψη του θρυλικού Αρτ Σπίγκελμαν. Ο Ματσουκέλι, έχοντας καθιερωθεί ως δεξιοτέχνης του αστικού νουάρ μέσα από εμβληματικά έργα όπως το «Batman: Year One», προσάρμοσε το σχέδιό του στις ανάγκες του κειμένου του Οστερ επιστρατεύοντας μια αφαιρετική, κλειστοφοβική γεωμετρία και το αυστηρό πλέγμα των εννέα καρέ (9-panel grid), με το οποίο καταφέρνει να οπτικοποιήσει τον ψυχολογικό εγκλωβισμό του πρωταγωνιστή. Ο Πολ Καράσικ μοιράζεται μαζί μας πώς πρωτομπήκε στον λαβύρινθο: «Ο γιος του Οστερ ήταν μαθητής στο τμήμα μου στο πανεπιστήμιο και ήξερα πως ο πατέρας του ήταν συγγραφέας. Εκείνη την εποχή δεν ήταν διάσημος, αλλά εγώ έτυχε να διαβάσω τη “Γυάλινη πόλη”. Σκέφθηκα λοιπόν πως, εφόσον έρχεται για τη συνάντηση γονέων-κηδεμόνων, θα μπορούσα να τον εντυπωσιάσω, λέγοντάς του πως ίσως το βιβλίο του θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως κόμικ, και ότι έχω κάνει κάποια προσχέδια να του δείξω. Τελικά ο Οστερ ήρθε στη συνάντηση, αλλά δεν ανέφερε απολύτως τίποτα για την ιδιότητά του ως συγγραφέα, πόσο μάλλον να μιλήσει για τη “Γυάλινη πόλη”, και δεν ήταν εύκολο να το αναφέρω. Αλλωστε, επειδή ο γιος του είχε τόσο ενδιαφέρον, είχαμε πολλά να πούμε… Αυτό συνέβη γύρω στο 1986. Περίπου πέντε χρόνια αργότερα χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αρτ Σπίγκελμαν. Μου λέει: “Προσπαθούμε να κάνουμε το εξής ακατόρθωτο: τη ‘Γυάλινη Πόλη’ του Πολ Οστερ. Το έχεις ακουστά;”. Του απαντώ: “Οχι μόνο το έχω ακουστά. Το έχω ήδη ξεκινήσει”». Το κοφτερό τελικό αποτέλεσμα της «Γυάλινης πόλης» του 1994, με το υποβλητικό μαύρο μελάνι του, είναι προϊόν της γόνιμης συνεργασίας του Καράσικ με τον Ντέιβιντ Ματσουκέλι. «Εκανε το τελικό σχέδιο, βασισμένος στο δικό μου αναλυτικό προσχέδιο, χρησιμοποιώντας πενάκι και πινέλο πάνω από τα μολύβια. Ο κάνναβος των εννέα καρέ είναι δανεισμένος από το ίνδαλμά μου στα κόμικς, τον Χάρβεϊ Κούρτζμαν, ο οποίος τον τελειοποίησε ως την ιδανική μέθοδο απόδοσης του ρυθμού σε μια σελίδα. Σε συμβολικό επίπεδο, στη “Γυάλινη πόλη” αυτή η αυστηρή δομή αντικατοπτρίζει την ακαμψία της ζωής του πρωταγωνιστή».

Ο Καράσικ θυμάται πως ενώ το βαθύτερο νόημα της «Γυάλινης πόλης» του αποκαλύφθηκε σχεδόν ακαριαία, οι άλλες δύο ιστορίες χρειάστηκαν χρόνο για να «ξεκλειδώσουν» μέσα του: «Η πρόκληση ήταν μεγάλη καθότι έπρεπε να βρεθούν διαφορετικές οπτικές γλώσσες που να ανταποκρίνονται στον σύνθετο κόσμο του Οστερ και στη διαφορετική αίσθηση της κάθε ιστορίας», θα μας πει και θαυμάζοντας την αφηγηματική δεινότητα των σκοτεινών, υπερβατικών κάδρων που στήνει ο Λορέντσο Ματότι στα «Φαντάσματα», είναι φανερό πως αυτά έχουν βρει ιδανικό εικονογράφο. Σε αυτή την ιστορία ο Οστερ στήνει ένα αφαιρετικό παιχνίδι παρακολούθησης, με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Μπλου να προσλαμβάνεται από τον αινιγματικό Γουάιτ για να παρακολουθεί τον Μπλακ. Στο τέλος, μια φαινομενικά απλή αποστολή μετατρέπεται σε κλειστοφοβική σπουδή της απομόνωσης, καθώς ο παρατηρητής ταυτίζεται με τον παρατηρούμενο, σε ένα δωμάτιο όπου η μοναδική δράση είναι η ανάγνωση και η γραφή. Ο Καράσικ μας εξηγεί: «Ηθελα τα “Φαντάσματα” να αποπνέουν περισσότερο την αίσθηση ενός εικονογραφημένου βιβλίου και όχι ενός κόμικ, καθώς το κρυμμένο νόημα αφορά την ίδια τη φύση της ανάγνωσης. Η σχεδιαστική απόδοση του Ματότι μεταφέρει αυτή την ευαισθησία ενός παιδικού αναγνώσματος, κρύβοντας παράλληλα μια αίσθηση απειλής και ολέθρου που σιγοβράζει χιλιοστά κάτω από την επιφάνεια». Οσο για τον επίλογο της τριλογίας, το «Κλειδωμένο δωμάτιο» –όπου ο ανώνυμος αφηγητής αναλαμβάνει να εκδώσει το λογοτεχνικό αρχείο του εξαφανισμένου παιδικού φίλου του, οικειοποιούμενος τη ζωή, τη γυναίκα του και την ίδια την εμμονή του–, ο Καράσικ επιλέγει το μολύβι αντί για το μελάνι (και, όπως εκμυστηρεύεται, αρκετό Photoshop), με τις γραμμές του να προσδίδουν μια αίσθηση ασάφειας και μεταβλητότητας που σκιαγραφούν πετυχημένα την έννοια της αποδόμησης της ταυτότητας. «Πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλάει για τις δυσκολίες ενός συγγραφέα», θα συμπληρώσει ο δημιουργός, «γι’ αυτό και ήθελα το σχέδιο να δείχνει “συγγραφικό”, δηλαδή καμωμένο με ένα κοινό εργαλείο γραφής όπως το μολύβι. Επρεπε επιπλέον να δείχνει διαφορετικό από τα άλλα δύο βιβλία και εφόσον γενικά σχεδιάζω με μολύβι –όπως κάνω για τις γελοιογραφίες μου στο New Yorker– έμοιαζε με την πιο φυσική επιλογή».
Ζωντανή ιστορία
Πέραν του θαυμαστού, παθιασμένου έργου του για το οστερικό σύμπαν, ο 69χρονος δημιουργός ενσαρκώνει τη ζωντανή ιστορία των αμερικανικών κόμικς. Μαθητής «ιερών τεράτων» όπως οι Γουίλ Αϊσνερ και Αρτ Σπίγκελμαν και αρχισυντάκτης του θρυλικού περιοδικού RAW, έχτισε μια εμβληματική πορεία που εκτείνεται από το βραβευμένο με Αϊσνερ «How to Read Nancy» (ένα εγχειρίδιο της «γραμματικής» των κόμικς) και το αυτοβιογραφικό «The Ride Together», μέχρι την ιστορική εκδοτική διάσωση του έργου του λησμονημένου πρωτοπόρου των «σούπερ ηρώων» Φλέτσερ Χανκς. Σήμερα δηλώνει πρωτίστως δάσκαλος οπτικής κριτικής σε κορυφαία ιδρύματα, όπου, στις διαλέξεις του, απαντώντας στη χιονοστιβάδα της ψηφιακής διάσπασης «παγώνει» τον χρόνο και ζητάει από τους μαθητές του να αποδομήσουν για ώρες ένα και μόνο καρέ. Οταν τον ρωτάμε πώς βιώνει το ζοφερό πολιτικό κλίμα στη χώρα του και παγκοσμίως, λέει τα εξής: «Πρέπει να κρατήσουμε τον πυρσό πάνω από τον βούρκο. Αν πέσουμε θύματα του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή που επελαύνει και αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον χωρίς σεβασμό, αγάπη και καλοσύνη, τότε όλα χάθηκαν».
