Το άρθρο σήμερα έχει αφορμή…

ΛΥΤΡΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Το βιβλίο ”ΤΟ ΡΑΜΑ ” του Γιάννη Σιδεράκη. Αν και οι περιγραφές μου του ρίχνουν 12 χρόνια ζωής γιατί γεννήθηκα το 1960 πολλές από αυτές ήρθαν στο νου μου αμέσως. Κατά τα άλλα η ζωή μας εντελώς διαφορετική. Κινούμουν με στόχο να μπω στο Πανεπιστήμιο και έτσι είχα εντελώς διαφορετική καθημερινότητα. Διάβασμα, φροντιστήριο, τσιγάρο στα κρυφά πότε στην ταράτσα του σπιτιού μες στο κρύο ή στο γήπεδο μες στην νυχτιά. Ήταν κανονικός τρόπος κάθε μέρα όπως λέμε φαγητό το μεσημέρι. Στην ταράτσα είχα κρύψει ομπρέλα και κάπνιζα και με βροχή. Το διάβασμα όμως πρώτο. Τότε δεν είχαμε κινητά, η τηλεόραση είχε ένα κανάλι αλλά και κατάληψη από τους γονείς οπότε μαζεύαμε το μυαλό μας και λύναμε την μία άσκηση μετά την άλλη. Μηχανές που λεφτά για τέτοια ξιορέξια… Πάντως για να λέω τα πράγματα όπως πρέπει είχαμε στην είσοδο της πατρικής πολυκατοικίας παρκαρισμένη για δυο και χρίνια την 125 κυβικά μηχανή του ξάδερφου που είχε πάει στρατιώτης. Να σας εξομολογηθώ τρέλα. Το σπίτι είχε δύο εισόδους. Μια από τους Αγίους Αποστόλους που μάλιστα κατέβαινες 10 σκαλιά και μια από την οδό Κομμένου που ανέβαινες 40 σκαλιά. Μέχρι να έρθει η μηχανή φυσικά έξοδος και είσοδος η από πάνω με τα λίγα σκαλάκια. Μετά καταργήθηκε για πάντα και ότι έκανα ήταν κάτω. Περνούσα δίπλα από την μηχανή άλλαζα χέρι στην τσάντα και με το αριστερό όπως πέρναγα δίπλα της χάιδευα πάντα την σέλλα. Ναι όπως τα λέω γιατί πια σε ηλικία 16-17 χρονών τα θυμάμαι όλα. Ιεροτελεστία όταν κατέβαινε και ο πατέρας μου να την βάλλουμε μπροστά να λειτουργήσει κανα πεντάλεπτο. Έριχνα και καμμιά γκαζιά και ο πατέρας αμέσως φωνή μηηη θα γεμίσεις καπνό την πολυκατοικία. Όλα αυτά τα έφερνα στον νου όπως το διάβαζα Γιάννη. Μόνο που εγώ την είχα πνιγμένη αυτή την τρέλα. Προηγούνταν το Πανεπιστήμιο.
Εξόδους για ποτό μέχρι τα 16-17 σπάνια. Η έξοδος ήταν στον Αχιλλέα και εκεί είχε μπει στο μενού ο φραπές και στο βράδιασμα η μπύρα. Δεν είχα ξενύχτια δεν τα άντεχα μάλλον γιατί φίλοι ξέρω τα πρωινά γυρνούσαν. Μηχανάκι στην ζωή μας μπήκε στα 20 χρόνια. Τότε ο πατέρας μου κουράζονταν με το ποδήλατο να πηγαίνει στο χτήμα και αγόρασε 50αρη παπί. Καλά στις διακοπές πάντα γυάλιζε από την καθαριότητα. Αρκεί να σας πω δίπλωμα έβγαλα στα 25 μου, αλλά το καβαλούσαμε πάντα. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε για μπάνιο με τον αδερφό μου στην Καρακουνησιά γιατί δεν υπήρχε πουθενά αστυνομία. Το δε τρελό μας όνειρο ήταν μια Κυριακή Μενίδι που την εξιστορούσαμε μέχρι τα 40 μας ‘’σαν άθλος’’. Εκεί μας φόβιζε ο πατέρας μου λόγω της κίνησης στο δρόμο. Εσύ Γιάννη 10 χρονών τότε. Όπως λες αλλάξανε γρήγορα τα πράγματα και 26 χρονών πια εργαζόμενος φροντιστής βγαίνοντας στην Άρτα είχαμε εναλλακτικές νυχτερινές πολλές. Με τις μηχανές δεν είχα τρέλα και αποκτώντας νωρίς ένα μεταχειρισμένο όχημα δεν μου περνούσε ποτέ από το κεφάλι η αγορά μηχανής. Τι λέτε τώρα μόλις περνάνε κάτω στην οδό Κατσιμήτρου μηχανόβιοι με ωραία ντυσίματα και κράνη. Πριν 10 λεπτά περνούσαν τα πανάκριβα οχήματα που βρίσκονται σήμερα στην πόλη. Φεράρι οι περισσότερες κόκκινες. Το παρακολουθούσα στο fb.
…Όπως έστυβα το γκάζι… βγήκε ένα δάκρυ και σε εμένα φίλε. Μπράβο σου, μου κράτησες δύο μέρες τρομερή παρέα. Το βιβλίο με κράτησε με τα μάτια ανοιχτά μέχρι 1 το βράδυ.

Μετά συλλογισμό και σκέψη. Ναι υπήρχε και αυτός ο τρόπος ζωής. Σήμερα οι μαθητές μου όλοι στην Γ΄ Λυκείου μου το λένε με περηφάνια βγάλαμε δίπλωμα αυτοκινήτου και έρχονται με αυτό οδηγώντας αυτοί με τους γονείς δίπλα. Την ίδια προσπάθεια δεν την βλέπω για τις Πανελλήνιες. Βλέπετε τώρα την σημερινή νέα γενιά. Γιατί ρε παλληκάρια τους λέω δεν περιμένατε να τελειώσουν οι εξετάσεις. Χαχαχα…τρανταχτό γέλιο. Μετά πάμε διακοπές και αρχίζουμε βόλτες. Να οι αλλαγές γενιών. Εμείς δεν τολμούσαμε να ζητήσουμε τέτοια από τους δικούς μας. Δεν μας πέρναγαν καν από το μυαλό.
Γιάννη μακάρι στην ζωή μας να ερωτευόμαστε κάτι τόσο αγνά όπως περιγράφεις την τρέλα της μηχανής. Μακάρι…
Εξαίσιο το βιβλίο σου Γιάννη. Συνέχισε να μας δίνεις δικαίωμα να ονειρευόμαστε…

Σχετικές δημοσιεύσεις