Φόρτωση Text-to-Speech…
Την αισιοδοξία του ότι υπάρχει περιθώριο επίτευξης μιας συμφωνίας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα εκφράζει ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν σε συνέντευξή του στην «Κ» και προτείνει ένα μοντέλο συνεργασίας των δύο πλευρών με την εκ περιτροπής έκθεση των Γλυπτών σε Ελλάδα και Βρετανία. «Αυτό που θα ήθελα να δω εγώ και το Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου είναι αυτά τα πολύτιμα και με μεγάλη ιστορική σημασία Γλυπτά να βρίσκονται για λίγο καιρό στην Αθήνα και για λίγο καιρό στο Λονδίνο», λέει και εκτιμά ότι το ζήτημα μπορεί να διευθετηθεί μέσα στα τρία επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος της θητείας του.
–Κύριε Οσμπορν, υπάρχουν αναφορές πως οι διαπραγματεύσεις για τα Γλυπτά του Παρθενώνα ανάμεσα στο Βρετανικό Μουσείο και την ελληνική κυβέρνηση έχουν καταρρεύσει. Μπορείτε να μας πείτε τι συμβαίνει πραγματικά;
–Παραμένω αισιόδοξος ότι μπορούμε να φτάσουμε σε κάποια συμφωνία. Είναι ένα μακροχρόνιο ζήτημα. Αν ήταν εύκολο στην επίλυσή του, θα είχε λυθεί κάποια στιγμή τα τελευταία 200 χρόνια. Επομένως, πρέπει να το προσεγγίσει κανείς με μια ταπεινότητα. Ελπίζω όμως πως θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε μια συμφωνία βάσει της οποίας θα μοιραζόμαστε αυτούς τους απίθανους θησαυρούς και θα έχουμε μια αμοιβαία ανταλλαγή αντικειμένων. Ολοι οι άνθρωποι που επισκέπτονται τον Παρθενώνα και το Μουσείο της Ακρόπολης θα έχουν την ευκαιρία να δουν κάποια από τα αντικείμενα που βρίσκονται στο Λονδίνο, και αντίστοιχα τα εκατομμύρια επισκεπτών του Βρετανικού Μουσείου θα βλέπουν απίθανους θησαυρούς από την Ελλάδα. Πιστεύω πως η βούληση υπάρχει, αλλά πολλές φορές στη ζωή, όπως και στην πολιτική, το δύσκολο κομμάτι είναι η ίδια η επίτευξη της συμφωνίας.
–Γιατί πιστεύετε πως οι Βρετανοί πολιτικοί αλλάζουν συνεχώς γνώμη σχετικά με το ζήτημα των Γλυπτών; Για παράδειγμα ο νυν πρωθυπουργός, Αντι Μπέρναμ, όταν ήταν δήμαρχος του Μάντσεστερ είχε κάνει μια ανάρτηση στο Χ στην οποία έλεγε πως πρέπει να επιστραφούν τα Γλυπτά στην Ελλάδα, και τώρα λέει πως είναι ζήτημα του Βρετανικού Μουσείου και όχι της βρετανικής κυβέρνησης. Γιατί συμβαίνει αυτό; Αλλωστε και ο Μπόρις Τζόνσον είχε αλλάξει άποψη με την πάροδο του χρόνου.
–Η εύκολη απάντηση στο ερώτημά σας θα ήταν να σας πω ότι πρέπει να ρωτήσετε απευθείας τον Aντι Μπέρναμ. Θεωρώ πως είναι σημαντικό να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στα ζητήματα που εμπίπτουν της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Βρετανικού Μουσείου και του προέδρου του, και στο τι επιτρέπει η βρετανική νομοθεσία. Το Βρετανικό Μουσείο μπορεί να δανείσει αντικείμενα, και έχει δανείσει πολλά, ας το πούμε, «ευαίσθητα» αντικείμενα σε μουσεία ανά τον κόσμο. Για παράδειγμα, έχουμε δανείσει τα κοσμήματα του βασιλικού στέμματος των Ασάντι στην Γκάνα, η οποία ήταν βρετανική αποικία έναν αιώνα πριν. Oπως φαντάζεστε, πρόκειται για μια δύσκολη και ευαίσθητη ιστορική σχέση. Αλλά έχουμε κάνει μια συμφωνία που εξυπηρετεί τόσο τους Γκανέζους όσο και εμάς. Επομένως, μπορούμε να δανείσουμε αντικείμενα· αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να επιστρέψουμε αντικείμενα. Δεν μας επιτρέπεται από το βρετανικό νομικό πλαίσιο, το οποίο δεσμεύει όχι μόνο το Βρετανικό Μουσείο αλλά και άλλα μουσεία. Ο νόμος αυτός θα μπορούσε να αλλάξει μόνο από το βρετανικό Κοινοβούλιο και αυτό δεν αποτελεί δική μας ευθύνη, αλλά ευθύνη των βουλευτών.

–Θα ήθελα να κάνουμε ξεκάθαρο ποια είναι η πρόταση του Βρετανικού Μουσείου. Τι περιμένετε να δεχθεί η ελληνική κυβέρνηση ώστε να προχωρήσει το όλο ζήτημα;
–Δεν θέλω να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες των συζητήσεων, αλλά κατά βάση αυτό που θα ήθελα να δω εγώ και το Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου είναι αυτά τα πολύτιμα και με μεγάλη ιστορική σημασία Γλυπτά να βρίσκονται για λίγο καιρό στην Αθήνα και για λίγο καιρό στο Λονδίνο, να ακολουθείται δηλαδή ένα μοντέλο εκ περιτροπής, καθώς αυτό θα καθιστούσε τη διαδικασία νόμιμη βάσει βρετανικού δικαίου. Βέβαια, δεν είναι ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε ο ελληνικός λαός, αλλά για πρώτη φορά εδώ και 200 χρόνια, για πρώτη φορά στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αυτά τα Γλυπτά θα μπορούν να βρίσκονται στην Αθήνα για κάποιο διάστημα. Ξέρετε, πιστεύω πως στη ζωή πρέπει κανείς να αποφασίσει αν θέλει να ικανοποιηθούν πλήρως οι διεκδικήσεις του ή αν θέλει να έρθει σε έναν συμβιβασμό όπου κανείς δεν παίρνει όλα όσα θέλει, αλλά και πάλι θα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Για εμάς στο Μουσείο, αυτή η λύση θα ήταν πραγματικά ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Αυτά τα Γλυπτά δεν έχουν φύγει ποτέ από το Βρετανικό Μουσείο, από τότε που έφτασαν εδώ στις αρχές του 19ου αιώνα. Είμαστε πρόθυμοι να εξετάσουμε μια διευθέτηση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις ελληνικές απαιτήσεις, αλλά παράλληλα θα σέβεται και τη δική μας θέση και αυτή πιστεύω θα είναι μια αμοιβαία ανταλλαγή. Αν ο κόσμος περιμένει από εμάς να στείλουμε τα πάντα πίσω στην Ελλάδα, καταρχάς, αυτό δεν είναι νόμιμο στη Βρετανία.
–Αλλά μπορείτε να αλλάξετε τον νόμο, σωστά;
–Η Βουλή μπορεί να αλλάξει τον νόμο. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαδίζει με τη θέση του Βρετανικού Μουσείου –την οποία καταλαβαίνω πως δεν θα εκτιμήσουν ή δεν θα τη σεβαστούν όλοι στην Αθήνα– αλλά, εν πάση περιπτώσει, η θέση του Βρετανικού Μουσείου είναι πως μπορεί κανείς να δει αυτά τα εκθέματα, τα οποία προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς, το ένα δίπλα στο άλλο.
–Επομένως για να το ξεκαθαρίσουμε, ο όρος που θέτετε είναι ένα δάνειο ή μια «κατάθεση» (όπως του θραύσματος Fagan), κάτι τέτοιο;
–Θέλουμε να είμαστε προσεκτικοί στη διατύπωση και δεν θέλουμε να είμαστε ανάλγητοι, αλλά σε τελική ανάλυση, μιλώντας εκ μέρους του Βρετανικού Μουσείου και όχι της βρετανικής κυβέρνησης, για εμάς θα πρέπει η όποια διευθέτηση να βρίσκεται εντός του βρετανικού νομικού πλαισίου. Μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια συμφωνία η οποία θα επέτρεπε να έρθουν στην Ελλάδα η Ζωφόρος του Παρθενώνα και άλλα τμήματα του συνόλου του Παρθενώνα και, με την πάροδο του χρόνου, να βρίσκεται στην Αθήνα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος τους. Ωστόσο, κατανοώ πως το ζήτημα είναι δύσκολο, δεν είμαι αφελής. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα που λένε απλώς «μη διαπραγματεύεστε με το Βρετανικό Μουσείο, πρέπει να επιστραφούν όλα τα Γλυπτά αύριο κιόλας». Ξέρω πως το λένε αυτό εδώ και δεκαετίες.
–Το ζήτημα εδώ είναι, βεβαίως, πως όλοι οι ερευνητές με τους οποίους έχω μιλήσει, συμπεριλαμβανομένων και Τούρκων ερευνητών που έχουν μελετήσει τα οθωμανικά αρχεία, υποστηρίζουν πως τα Γλυπτά εκλάπησαν, καθώς δεν υπήρξε ποτέ επίσημη διαταγή (φιρμάνι) που να δίνει άδεια (στον Ελγιν να μεταφέρει τα Γλυπτά).
–Οχι, κοιτάξτε. Σαφώς γνωρίζω τη συζήτηση που διεξάγεται εδώ στο Βρετανικό Μουσείο. Το Βρετανικό Μουσείο απέκτησε τα Γλυπτά από τη βρετανική κυβέρνηση η οποία με τη σειρά της τα είχε αποκτήσει από τον λόρδο Ελγιν. Εχουμε πολλά αντικείμενα στη συλλογή μας τα οποία έχουν ευαίσθητο ιστορικό και ορισμένοι πιστεύουν ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Το αντιλαμβάνομαι αυτό και έχω πολλές σχετικές συζητήσεις με διάφορες κυβερνήσεις. Ωστόσο, την ίδια ώρα, είμαστε σαφείς πως τα Γλυπτά ήρθαν νομίμως εδώ. Τώρα, θα ήθελα να βρίσκονται για κάποιο διάστημα και στην Αθήνα; Ναι, θα το ήθελα. Και αυτή είναι η πρώτη φορά που το Βρετανικό Μουσείο κάνει μια τέτοια δήλωση.
–Εχετε επισκεφθεί ποτέ το Μουσείο της Ακρόπολης; Εχετε νιώσει τον ακρωτηριασμό, το βάρος της απουσίας των Γλυπτών;
–Ναι, το έχω επισκεφθεί. Είναι ένα πολύ ωραίο μουσείο. Το είχα επισκεφθεί και ως υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Τότε ο Ελληνας πρωθυπουργός με ξεχώρισε και μου είπε «Τζορτζ, θέλουμε τα Γλυπτά πίσω στο σπίτι τους».
–Νιώσατε όμως την απουσία των Γλυπτών;
–Οπως λέω συνήθως, είναι διαφορετικά τα συμφραζόμενα. Αντιλαμβάνομαι πως αυτή δεν είναι η θέση πολλών ανθρώπων στην Ελλάδα. Αλλά θεωρώ πως υπάρχει μια διαφορά με το Μουσείο της Ακρόπολης. Εκεί αφηγούνται μια ιστορία για ένα συγκεκριμένο φυσικό χώρο, την Ακρόπολη. Και φυσικά εκεί μπορείς να δεις την Ακρόπολη. Επίσης αφηγούνται την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας και της αθηναϊκής δημοκρατίας. Στο Βρετανικό Μουσείο, τα Γλυπτά αφηγούνται μια άλλη ιστορία. Παρουσιάζουν την ιστορία αυτού του πολιτισμού και τη θέση του ανάμεσα στους άλλους πολιτισμούς του κόσμου. Πρόκειται για μια ιστορία των πολιτισμών και των πραγμάτων που συνδέουν τον κόσμο και έτσι τα Γλυπτά εξυπηρετούν έναν άλλο σκοπό. Εκατομμύρια ανθρώπων βλέπουν τα Γλυπτά αυτά στο Βρετανικό Μουσείο. Δεν είναι λες και δεν τα βλέπει κανείς στο μουσείο μας.
Επομένως, πιστεύω ότι, αν ξεκινούσαμε σήμερα από το μηδέν, χωρίς το ιστορικό βάρος –και γνωρίζω πως όλη αυτή η ιστορία είναι πολύ σύνθετη και τη σέβομαι– σίγουρα θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε μια διευθέτηση με την οποία ο κόσμος θα μπορεί να απολαμβάνει τα Γλυπτά και στο Λονδίνο και στην Αθήνα εκ περιτροπής. Αλλωστε, το ίδιο μοντέλο ακολουθούμε με σχεδόν κάθε άλλη χώρα του κόσμου. Το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν είναι μοναδικό, με την έννοια ότι έχουμε παρόμοια προβλήματα και με άλλες χώρες, αλλά γενικά έχουμε πολλές συμφωνίες συνεργασίας με την ιταλική κυβέρνηση, την αιγυπτιακή κυβέρνηση – δανείσαμε μέχρι και τον Κύλινδρο του Κύρου, ένα από τα πιο πολύτιμα αντικείμενα της συλλογής μας, στο Ιράν. Συνεργαζόμαστε με πολλές κυβερνήσεις πάνω σε πολύ ευαίσθητα πολιτισμικά αντικείμενα: διοργανώσαμε μια έκθεση στον Δρόμο του Μεταξιού και, φυσικά, αυτή τη στιγμή η Ταπισερί της Μπαγιέ, ένα από τα πιο πολύτιμα αντικείμενα στη Γαλλία, βρίσκεται στο Λονδίνο. Εχουμε καταφέρει να βρούμε λύσεις προς αμοιβαίο όφελος των ανθρώπων που επισκέπτονται όχι μόνο το δικό μας μουσείο, αλλά και μουσεία σε άλλες χώρες, και ελπίζω ότι αυτό είναι το πνεύμα μέσα στο οποίο μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση.
–Πρόκειται να ανακαινίσετε την πτέρυγα όπου εκτίθενται τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Πού θα τα μεταφέρετε; Ισως είναι μια καλή ευκαιρία…
–Ναι, φυσικά είναι μια πολύ καλή στιγμή να καταλήξουμε σε μια συμφωνία, εν μέρει λόγω αυτής της συγκυρίας, αλλά πιστεύω και ανεξαρτήτως αυτής. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ακόμη και ελλείψει συμφωνίας, θα εξακολουθούν να εκτίθενται δημόσια, σε κάποιο άλλο μέρος του μουσείου όσο γίνονται οι εργασίες της ανακαίνισης. Επίσης, όπως ξέρετε, γίνεται μια μεγάλη ανακαίνιση και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.
–Εχετε ακόμα τρία χρόνια ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Βρετανικού Μουσείου, σωστά;
–Υπηρετώ ως πρόεδρος εδώ και πέντε χρόνια, μου απομένουν άλλα τρία.
–Πιστεύετε πως το ζήτημα των Γλυπτών θα έχει διευθετηθεί μέχρι το τέλος της θητείας σας;
–Το ελπίζω. Ειλικρινά το ελπίζω. Συμμετέχω στη συζήτηση με καλή πίστη. Θα ήθελα να καταλήξουμε σε μια συμφωνία και νομίζω ότι η χρονική συγκυρία είναι καλή.
