Τα «ίχνη» στα Ηπειρωτικά βουνά…

KΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ

Τώρα που οι πρώτες σταγόνες της φθινοπωρινής βροχής ακουμπάνε στην κατάξερη καλοκαιρινή γη, το βλέμμα θυμάται όσα είδε στις θερινές περιπλανήσεις των βουνών. Αυτόν τον Αύγουστο, τον φετινό δύσκολο Αύγουστο…
Εκεί στο ορεινό σύμπλεγμα της Ηπείρου.
Μακριά από τον πολιτισμό της TV, των celebrities όσων φιλοδοξούν να…αναμορφώσουν «Καλλικρατικά» τον τόπο.
Πολλά χωριά, πάνω εκεί χάνονται τα τελευταία χρόνια σιγά σιγά…
Με τον ερχομό του φθινοπώρου νιώθουν όμως την ανθρώπινη παρουσία, εκεί πάνω στο ξεκίνημα του κυνηγιού, του λαγού και του αγριογούρουνου.
Πήρε ο χρόνος μαζί του θύμησες δεκαετιών, θύμησες αιώνων.
Το κλάμα του νεογέννητου, τα ποτάμια του καθημερινού ιδρώτα, τα όνειρα των εφήβων,τους καημούς της μάνας του ξενιτεμένου. Πήρε ο χρόνος χιονιάδες που μήνες ολόκληρους έκλειναν τον τόπο, πήρε λιοπύρι που έκαιγαν σπαρτά και σωθικά ξωμάχων…
Εκεί ψηλα στις Ηπείρου τις χαράδρες, λίγες πετρες σε ανθρώπινο στοίβαγμα, μαρτυρούν τη χαρά που πέρασε από τον τόπο. Όρθιες ακόμη, σε πείσμα της φύσης !
Σαν να μη πέρασε μια μέρα , περιμένουν τα τραπεζοκαθίσματα του υπαίθριου καφενείου. Άδεια από χρόνια σκυλόσπιτα, τυλιγμένα στις διαθέσεις της Τσουκνίδας και των αγριόχορτων, περιμένουν καρτερικά τον χειμωνιάτικο ύπνο του γκέκα που χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους. Αλλού, λίγο πιο κάτω, τα πυκνά κλαδιά της καρυδιάς, σκεπάζουν με περίσσια αγάπη το άδειο κουμάσι.
Πιο κάτω , ο λύκος άφησε το φαγωμένο κεφάλι του μικρού άγριου πουλαριού, πάνω στο καταπράσινο ορεινό γρασίδι. Από το πουθενά, πετάγονται φοβισμένα τρία σκυλιά!
Δεν μπορεί κάποιος τα συντηρεί… Με φοβισμένο βλέμμα, έρχονται να μυρίσουν, να νιώσουν τον άνθρωπο.
Ένα πηγάδι οκτώ αιώνων, χαμένο μέσα σε σωρούς ερειπίων. Ήταν μοναστήρι εδώ πάνω, τον 13’ αιώνα. Μοναστήρι βυζαντινό, που έβγαζε δεσποτάδες…
Έτσι λέει ο θρύλος, έτσι και η έννοια του τοπωνύμιου στην ντοπολαλιά.
Ξεραμένο από χρόνια τώρα, ίσως κι από αιώνες, θυμίζει τη χαρά του νερού, τη λύτρωση του ιδρωμένου ξωμάχου μέσα στο αυγουστιάτικο λιοπύρι. Έστω, και χωρίς νερό …
Μια κληματαριά, σημαδεύει το πέρασμα των ανθρώπων πάνω στις πετρες, που έγιναν πια ένα με τη γη.
Θυμίζει το πανάρχαιο πέρασμα του Διόνυσου, εκεί ψηλα στη χώρα των Ηπειρωτών . Τότε που οι αρχαίοι Έλληνες κάνανε και εξαγωγές θεών, εκτός από τις…εξαγωγές ιδεών.
Πιο κάτω, ένα σπιτι χωρίς σκεπή και νοικοκύρη… Χαζεύει την πέτρινη αυλή του, όρθιο ακόμη, περιμένοντας τον μοιραίο χειμώνα. Ένα κλαδί καρυδιάς απλώνει τους δίδυμους καρπούς του πάνω στα μισοσαπισμένα δοκάρια της σκεπής. Είναι η βελανίδια που έγινε δοκάρι, και τώρα στα στερνά της , αργοπεθαίνοντας, δίνει ζωή στην καρύδια. Ζωή από τον θάνατο, για να…τσουβαλιαζει ο σκίουρος τις προμήθειες του χειμώνα.
Έσκυψε ο σκύλος στο παμπάλαιο σκαλοπάτι, να μυρίσει ζωή. Ήταν το πέρασμά μου, που κάτι του θύμιζε…
Στο τέλος μπήκα στο πιο ζωντανό σπιτι, το πιο κοντινό στο σήμερα. Κρεμασμένα στον τοίχο σ’ ένα τρύπιο τσουβάλινο τορβά , μια…συντροφιά φυσιγγίων περίμενε υπομονετικά τη σκουριά της.
Δίπλα, μια κάποτε καφετί κουβέρτα, σκέπαζε ένα καταξεσχισμένο στρώμα.
Τακτοποίησα λίγο την κουβέρτα και φωτογράφισα τα φυσίγγια. Ήξερα τον ιδιοκτήτη. Τον ήξερα καλά!
Κάτι ΠΥΡΚΑΛ Νο1, πολλά BAIKALνο7 και 8 και κάτι Lambro τριάρια και δυάρια.
Τα πυρκάλ για τον λύκο, τα επταρια και τα οκτάρια για τις τσίχλες και τα δυάρια-τριάρια για τον λαγό.
Στα εννιακόσια μέτρα, υψόμετρο, τότες που οι λύκοι στήνανε χορό τις νύκτες με φεγγάρι…και οι λαγοί γέμιζαν τα γιατάκια του λόφου με τα κέδρα.
Ίσως είναι πολύ κοντινή μέρα που θα ξανακαπνίσουν τζάκια από χρόνια σβησμένα. Απ’ αυτούς που μάθανε να ανάβουνε φωτιά με ξερόκλαδα, απ’ αυτούς που μάθανε να σβήνουμε τις φωτιές, ιδρώνοντας στον ανήφορο.
Απ’ αυτούς που δεν ζητάνε επιδοτήσεις κι αβάντες για να κρατήσουνε τα βουνά ζωντανά.
Απ’ αυτούς που χαίρονται το πάτημα του λύκου και της αρκούδας, σαν κομμάτι πατρογονικής κληρονομιάς. Και διάβολε, ακούσανε το ουρλιαχτό του λύκου στις στάνες της Ηπείρου, και όχι σε χολιγουντιανές ταινίες.

Σχετικές δημοσιεύσεις