Πριν από την κλοπή της, η «Μόνα Λίζα» δεν ήταν ευρέως γνωστή. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε φιλοτεχνήσει τον πίνακα το 1507, αλλά μόλις τη δεκαετία του 1860 οι κριτικοί τέχνης είχαν αρχίσει να αναγνωρίζουν την αξία του. Ωστόσο, οι γνώμες τους αφορούσαν ακόμη έναν μικρό κύκλο. Μόνο μετά την κλοπή της, το καλοκαίρι του 1911, η «Μόνα Λίζα» αναδείχθηκε σε έναν πίνακα πραγματικά διάσημο.
Η κλοπή φαίνεται πως ήταν μια υπόθεση αρκετά απλή. Ιθύνων νους ήταν ο Βιντσέντζο Περούτζια, ιταλικής καταγωγής, ο οποίος, μάλιστα, είχε εργαστεί για να κατασκευάσει την προστατευτική θήκη του πίνακα. Συνεργοί του ήταν δύο αδέρφια, επίσης Ιταλοί, ο Βιντσέντζο και η Μικέλε Λανσελότι.
Πιο συγκεκριμένα, στις 21 Αυγούστου, ο Περούτζια κρύφτηκε μέσα στον χώρο του Λούβρου. Αφού το μουσείο έκλεισε, ο Περούτζια κατάφερε να βγάλει τον πίνακα από την προστατευτική του θήκη. Τον κάλυψε με τα ρούχα του και απλώς έφυγε. Λέγεται, μάλιστα, πως η πόρτα από την οποία προσπαθούσε να βγει ήταν κλειδωμένη και του την άνοιξε, με τα εργαλεία του, ένας υδραυλικός, που έτυχε να περνάει από το σημείο. Η «Μόνα Λίζα» βρισκόταν πλέον εκτός Λούβρου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο σημεία: για περισσότερες από 24 ώρες –σχεδόν 28 στο σύνολο– κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι έλλειπε ο συγκεκριμένος πίνακας – ούτως ή άλλως, η «Μόνα Λίζα» μέχρι τότε δεν θεωρούνταν κάποιο σημαντικό έργο του μουσείου. Επιπλέον, αυτός που ανακάλυψε την απουσία του έργου πρώτος δεν ήταν κάποιος φύλακας αλλά ένας ζωγράφος νεκρής φύσης, που είχε στήσει εκεί κοντά το καβαλέτο του. Eνιωθε να μην μπορεί να αποδώσει καλά χωρίς τη «Μόνα Λίζα» στην αίθουσα και απευθύνθηκε σε έναν φύλακα. Και πάλι όμως, δεν υπήρξαν υποψίες για κλοπή.
Εκείνο το διάστημα έτυχε να βρίσκεται σε εξέλιξη φωτογράφιση των έργων του μουσείου. Επειδή οι φωτογραφικές μηχανές τότε απαιτούσαν πολύ φως, κάθε έργο έπρεπε να μεταφερθεί στην οροφή για να φωτογραφηθεί. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο, επομένως, διάφορα έργα να μη βρίσκονται για λίγο στη θέση τους.
Μόνο αφού ο φύλακας ρώτησε τους υπεύθυνους φωτογράφους πότε θα επέστρεφε η «Μόνα Λίζα» στη θέση της και ενημερώθηκε ότι δεν βρισκόταν εκεί, έγινε αντιληπτό ότι ο πίνακας είχε κλαπεί.
Αφού το Λούβρο ανακοίνωσε την κλοπή, οι εφημερίδες σε όλο τον κόσμο δημοσίευσαν πρωτοσέλιδα για το χαμένο αριστούργημα –χαρακτηριστικό παράδειγμα οι New York Times–, ενώ προσφερόταν ακόμα και χρηματικό έπαθλο για οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία. Η ληστεία είχε αναχθεί σε ένα είδος εθνικού σκανδάλου. Oσο περισσότερο καθυστερούσαν να βρεθούν τα ίχνη του πίνακα, τόσο περισσότερο αυξάνονταν τα σενάρια για το ποιος μπορούσε να κρύβεται πίσω από την κλοπή. Κάποια στιγμή, θεωρήθηκε ύποπτος για την κλοπή ακόμα και ο Αμερικανός μεγιστάνας και λάτρης της τέχνης Τζ. Π. Μόργκαν, ενώ και ο Πάμπλο Πικάσο ανακρίθηκε ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Από την άλλη πλευρά, καθώς οι εντάσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυξάνονταν, υπήρχαν ορισμένοι που πίστευαν ότι πιθανώς πίσω από το συμβάν κρυβόταν ο Γερμανός αυτοκράτορας.
Το Λούβρο άνοιξε ξανά τις πύλες του για τον κόσμο μία εβδομάδα αργότερα με τους επισκέπτες –μεταξύ των οποίων και ο Φραντς Κάφκα– να σπεύδουν κατά εκατοντάδες να δουν το άδειο σημείο.
Εν τω μεταξύ, ο Περούτζια είχε κρύψει το έργο σε κρυφό πάτο ενός μπαούλου και επιθυμούσε να τον πουλήσει. Γι’ αυτόν τον λόγο, 28 μήνες μετά την κλοπή, ήρθε σε επικοινωνία με έναν έμπορο τέχνης στη Φλωρεντία. Ο τελευταίος, ωστόσο, καχύποπτος για την αυθεντικότητα του έργου, ζήτησε τη γνώμη του επικεφαλής της Πινακοθήκης Ουφίτσι.
Οταν ταυτοποιήθηκε, ο Περούτζια συνελήφθη και καταδικάστηκε σε λίγο περισσότερο από μισό χρόνο φυλάκιση. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι έκλεψε τον πίνακα προκειμένου να τον επιστρέψει στην Ιταλία, όπου ένιωθε ότι δικαιωματικά ανήκε. Πιθανώς να πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα ανακηρυσσόταν εθνικός ήρωας, κάτι που, όμως, δεν συνέβη.
Το μόνο σίγουρο είναι πως, χάρη στον Περούτζια, από τα 35 χιλιάδες και πλέον έργα τέχνης που φιλοξενεί το Λούβρο, κανένα ίσως δεν ξεπερνά σε δημοφιλία τη «Μόνα Λίζα».
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης,Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
