ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Λαβωμένος από τη σαΐτα του κυνηγιού, παιδί , πριν ακόμη κλείσει τα δέκα, βγήκε στα βουνά και μαγεύτηκε. Γέμιζε πάθος και δύναμη από τους περιπάτους στα δάση, οπότε σαν ενηλικιώθηκε και πήρε πια μόνος τα πατήματα των δασκάλων του στο κατόπι, απελευθερώθηκε!
Το κυνήγι ήταν πλέον το μοναδικό σινιάλο ανεξαρτησίας στη ζωή του. Το μεγάλο πάθος του η πέρδικα. « Το πιο αντρίκειο κυνήγι» , έλεγε και το εξηγούσε : « Θέλει ποδάρι και πνευμονία αθλητή. Τέτοια έλεγε και είχε τα δίκια του. Ξέχναγε όμως και μιαν άλλη αρετή που πρέπει να συνοδεύει τις κυνηγετικές εξορμήσεις για να είναι πετυχημένες: την τύχη. Και από τύχη; Μηδέν!
Την πρώτη φορά που έφτασε σε απόσταση τουφεκιάς από ένα κοπαδάκι πέρδικες στα αλπικά μονοπάτια των Αγράφων, τον είχε πιάσει ένας βήχας επίμονος. Λίγο πριν είπε να κόψει την πείνα του με ένα παξιμάδι και ένα άτιμο ψίχουλο τον έπνιξε. Κάτι ο βήχας, κάτι η φασαρία με το βαρύ περπάτημα στα βράχια, οι πέρδικες φτεροκόπησαν.
Ο βήχας σταμάτησε, ο χρόνος σταμάτησε, όλα έμοιαζαν σταματημένα σε ένα κακό παραμύθι.
-« Τα μάζεψα και έφυγα σαν τουφεκισμένη αλεπού», έλεγε με χαμόγελο μέρες μετά .
Ήταν η πρώτη του επαφή με πέρδικες και τη θεώρησε συμβολική. « Λες να με πάει έτσι και στο μέλλον», αναρωτιόταν.
Και πραγματικά η ιστορία είχε μέλλον…Τη δεύτερη φορά που έφτασε σε περδικότοπο πέταξε τα παξιμάδια . Μέχρι και ο αορτήρας του Οπλου είχε αφαιρεθεί. Όμως μπορείς να δέσεις την τύχη; Δεν μπορείς! Όλη τη μέρα στα υψώματα και πέρδικα δεν είχε σηκωθεί. Κουράστηκε ο Κυνηγος, κουράστηκε και το έρημο το σκυλί. Και πάνω στην κούραση είπε να αδειάσει την ουροδόχο κύστη του που τον πίεζε εδώ και ώρα. Ακούμπησε το τουφέκι στο χωμα, αφού το άδειασε, μη γίνει κανένα κακό , έλυσε και τη φυσιγγιοθήκη.
Το σκυλί κάτι πήρε μυρουδιά, αλλά που να τρέχει τώρα στα δέκα μέτρα μπροστά του. Ο Κυνηγος όταν κατάλαβε τι έγινε ήταν με … κάτι άλλο στο χέρι και όχι με το τουφέκι! Οι πέρδικες είχαν απαγκιάσει ούτε δέκα μέτρα παρακάτω και θες το ένστικτό τους, θες η τύχη η ανάποδη του κυνηγού Φτερούγισαν στον πιο απίθανο χρόνο για τον εχθρό τους…
Το σκυλί, ψιλοτρόμαξε με το φτεροκόπημα, ο Κυνηγος ψιλοέβρισε, ο ουρανός ψιλόβρεχε. Και για…το «ψιλό», που λένε στην αργκό, χάθηκε χοντρό κοπάδι. Πάνω από είκοσι πουλιά.
Έβρεχε για τα καλά! Τα μάζεψε και χάθηκε στη σιωπη του βουνού, συντροφιά με έναν κόμπο στο στομάχι και μια Τουφεκιά στο μυαλό. Για χρόνια δεν ξανασκαρφάλωσε σε βράχια για πέρδικες. Κάποιες τσίχλες και κάτι ορτυκάκια γέμιζαν το πάθος του, ή καλύτερα σκέπαζαν την πληγή του. Γιατί η πληγή ήταν οι πέρδικες και αυτή η πληγή δεν έκλεινε με τίποτα! « Δεν με θέλει και αφού δεν με θέλει δεν τη θέλω και εγώ», έλεγε κοφτά, αλλά η φωτιά σιγόκαιγε.
Τα χρόνια το ωρίμασαν, πέρασαν εμπειρίες, πέρασαν βροχές και χιόνια, χιόνια που στάθηκαν και στα μαλλιά χωρίς να λιώνουν…Για πέρδικα δεν ξαναβγήκε .
Και κάποια στιγμή, η τύχη τον έφερε στα βουνά της Ηπείρου , φιλοξενούμενος για λίγο καιρό. Πήρε μαζί και το δίκαννο. Πήρε και δυο κουτιά φυσίγγια και είπε να ξεδώσει.
Ο τόπος ιδανικός. Πέτρα και ηρεμία. Ξημέρωνε και άκουσε το κακάρισμα που του ανέβασε τους σφυγμούς . Είχε πέρδικες , σκυλί δεν είχε, αλλά θα τα κατάφερνε και χωρίς αυτό. Άλλωστε ποτέ δεν τον είχε βοηθήσει σκυλί όταν χρειάστηκε!
Είχε κρύο. Κατέβαινε από τις χιονισμένες κορφές , και αέρα κρύο που τα πετούμενα έψαχναν να βρουν τόπο να σταθούν.
Στα πρώτα βήματα , στις κορφές με τα έλατα αντί για φτεροκόπημα πέρδικας άρχισαν να ανεμίζουν γερακότσιχλες, ανάμεσα στα λιγοστά μικρά ελατάκια. Και μαζί με τις γερακότσιχλες ,να και οι τσίχλες, ενώ ξοπισω τους κοπαδιαστές οι φασσες. Άρχισε να χαλάει ο καιρός και να έχει ψηλα μια μεγάλη αντάρα, ο ουρανός έδινε σημάδια για το τι θα ακολουθούσε.
Πήρε κάτι τσίχλες, κατέβασε και μια φασσα, τουφέκισε και κάποιες γερακότσιχλες που πλαναριζαν να κουρνιάσουν στα έλατα.
-«Που να βρεις με τέτοιο χαλασμό πέρδικες», σκέφτηκε και σωστά, για να λέμε του στραβού το δίκιο.
Ο χιονιάς κάλπαζε ερχόταν βροντερός.
Τσίχλα την τσίχλα, γετακότσιχλα την γερακότσιχλα ο Κυνηγος ξεμάκραινε ολοένα. Είχε αρχίσει να πιάνει τα χαμηλά, τα απάγκια του υψώματος όταν κατάλαβε ότι τα φυσίγγια του είχαν σωθεί. Με δυο εφταρια(7) στις κάννες και με όλη την αντάρα στην πλάτη έκανε να γυρίσει. Η πρώτη Τουφεκιά έφυγε σε μπεκάτσα . Μαζί έφυγε και η μπεκάτσα. Την τελευταία ριξιά είπε να την κρατήσει μην και τύχει κατι καλό.
Και για τη ρημάδα την τύχη του, το καλό δεν άργησε να ξεπεταχτεί. Ένας λαγαρος ξεπήδησε από πουρνάρι στα 40-50 μέτρα. Τι να έκανε, να κοιτούσε; Σήκωσε το… μονόκαννο πια, σημάδεψε όσο μπορούσε καλύτερα και μπαμ. Ο λαγός, πήρε τον ανήφορο αλαφιασμένος και χάθηκε στο χιονιά. Αυτό ήταν. Το τουφέκι πήρε την θέση στο ώμο και τα πόδια βάλθηκαν γοργά να καλύψουν την, μεγάλη ομολογουμένως , απόσταση που τα χώριζαν από το αυτοκίνητο.
Στα πρώτα είκοσι, τριάντα βήματα βρέθηκε σε κλεισμένο τόπο ήσυχο. Μήτε βοριάς , μήτε χιονιάς. Και τότε μπροστά στα πόδια του, μα μπροστά στα πόδια του, φτερούγισε…ένα κοπάδι πέρδικες βαριά- βαριά , ράθυμα, λες και έκαναν αγγαρεία που σηκώθηκαν.
Δεν είπε τίποτα, μόνο σφίχτηκε. Σφίχτηκε πολύ. Ούτε έκοψε τον δρόμο του. Συνέχισε σαν να μην είδε, σαν να μην άκουσε. Και στα εκατό μέτρα παρακάτω, τα ίδια και χειρότερα. Πέρδικες ξεφύτρωναν από παντού. Σαν να το’ ξέραν πως ο Κυνηγος που ερχόταν ήταν ασφαιρος, ήταν άτυχος, ήταν άβουλος, ήταν φορτωμένος με «άλφα» στερητικά.
Το καφαλι κάτω, η ψυχή στα κάτω και μόνο οι πέρδικες στα πάνω τους. Στο τελευταίο κοπάδι που σηκώθηκε του πέταξε το δίκαννο. Στα τρία τέσσερα μέτρα μπροστά του έσπασε το κοντάκι, ρήμαξε η πάπια.
Φώναξε με πάθος πρωτόγονο . Κι όταν του σώθηκαν οι αντοχές, σήκωσε το δικό του τ’ άψυχο κουφάρι, φορτώθηκε το «μισοπεθαμένο» τουφέκι του και έφυγε ….
Υ.Γ. Αφιερωμένο στο φίλο μου Περικλή που έφυγε για άλλα κυνήγια εκεί ψηλα στα αλώνια του ουρανού
