Φόρτωση Text-to-Speech…
Οι περίπου 272.000 Ισλανδοί ψηφοφόροι καλούνται το Σάββατο να αποφασίσουν εάν η χώρα τους θα επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε ένα δημοψήφισμα που μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για τις Βρυξέλλες.
Το ερώτημα, που καλούνται να αποφασίσουν, αφορά το εάν «πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση».
Το Ρέικιαβικ εγκατέλειψε τις διαπραγματεύσεις πριν από περισσότερο από μία δεκαετία. Πάντως, ακόμα και σε περίπτωση επικράτησης του «ναι», η τελική συμφωνία ένταξης θα πρέπει να τεθεί σε δεύτερο δημοψήφισμα.
Ωστόσο, το αυριανό αποτέλεσμα έχει εξαιρετική σημασία πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας των περίπου 400.000 κατοίκων. Ενα «ναι» θα μπορούσε να προσφέρει νέα πολιτική ώθηση στη διεύρυνση της Ε.Ε ενώ ένα «όχι» θα αποτελούσε πλήγμα στην προσπάθεια της Ένωσης να εμφανιστεί ως πόλος ασφάλειας και σταθερότητας σε ένα ολοένα πιο αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η συγκυρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το ζήτημα επανέρχεται τώρα. Η άνοδος του κόστους ζωής, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Αρκτικής και, πιο πρόσφατα, οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία έχουν αλλάξει τους όρους της συζήτησης.
Η κυβέρνηση είχε αρχικά δεσμευτεί να πραγματοποιήσει το δημοψήφισμα έως το 2027, αλλά το χρονοδιάγραμμα επιταχύνθηκε μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Μάλιστα, η υπουργός Εξωτερικών Θόργκερντουρ Κάτριν Γκούναρσντότιρ συνδέει ανοιχτά πλέον την ευρωπαϊκή επιλογή με τη θέση μιας μικρής χώρας σε έναν πιο ασταθή κόσμο.
Αναφερόμενη στην αντίδραση των ευρωπαϊκών χωρών στις απειλές εναντίον της Γροιλανδίας και της Δανίας, τόνισε πόσο σημαντικό είναι για την Ισλανδία να βλέπει «μια ομάδα ομονοούντων κρατών να στέκονται μαζί πάνω σε αρχές και αξίες». «Αυτό εξετάζω και εγώ όταν κοιτάζω την Ε.Ε σε αυτόν τον ασταθή κόσμο», ανέφερε.

Για τις Βρυξέλλες, η Ισλανδία αποτελεί σχεδόν τον «ιδανικό» υποψήφιο. Πρόκειται για μία πλούσια και σταθερή ευρωπαϊκή δημοκρατία, ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, ανήκει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη ζώνη Σένγκεν και ήδη εφαρμόζει μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου χωρίς να συμμετέχει στη λήψη των σχετικών αποφάσεων.
Η ίδια η Ισλανδή υπουργός Εξωτερικών συνοψίζει ένα από τα βασικά επιχειρήματα του «ναι»: «Εχουμε δει ότι είναι επωφελές να έχεις φωνή στο τραπέζι».
Η ενταξιακή πορεία θα μπορούσε επομένως να είναι πολύ ταχύτερη από εκείνη άλλων υποψήφιων χωρών.
Υψηλό διακύβευμα
Η Επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος εκτιμά ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα σε ένα έως δύο χρόνια, ενώ η Γκούναρσντότιρ έχει εμφανιστεί ακόμη πιο φιλόδοξη, εκτιμώντας ότι η Ισλανδία θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να γίνει μέλος της Ε.Ε. έως το τέλος του 2028.
Σε κάθε περίπτωση, η επικράτηση του «ναι» θα επέτρεπε στις Βρυξέλλες να υποστηρίξουν ότι η Ε.Ε. εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης, ακόμη και σε μία από τις πλουσιότερες και θεσμικά σταθερότερες χώρες της Ευρώπης. Παράλληλα θα ενίσχυε την ευρωπαϊκή παρουσία στον Βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική, σε μία περίοδο κατά την οποία η περιοχή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.
Αντίθετα, ένα «όχι» -ιδιαίτερα εάν είναι καθαρό- θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι ακόμη και μία χώρα ήδη βαθιά ενσωματωμένη οικονομικά στην Ευρώπη δεν θεωρεί ότι τα οφέλη της πλήρους συμμετοχής υπερτερούν της απώλειας εθνικής αυτονομίας.
Δεν θα εκτροχίαζε ασφαλώς τη διεύρυνση προς την Ουκρανία, τη Μολδαβία ή τα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά θα αφαιρούσε από τις Βρυξέλλες ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα ακριβώς τη στιγμή, που επιχειρούν να παρουσιάσουν την ένταξη ως απάντηση στις νέες γεωπολιτικές απειλές.
Για τους ίδιους τους Ισλανδούς, πάντως, η συζήτηση περιστρέφεται κυρίως γύρω από την οικονομία.
Οι υποστηρικτές της επανέναρξης των συνομιλιών επισημαίνουν ότι η χώρα ήδη εφαρμόζει μεγάλο μέρος των κανόνων της ενιαίας αγοράς, χωρίς να έχει ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Παράλληλα, σημαντικό μέρος της εκστρατείας αφορά την προοπτική μελλοντικής υιοθέτησης του ευρώ, ιδιαίτερα σε μία περίοδο υψηλού πληθωρισμού, ακριβού δανεισμού και έντονης μεταβλητότητας της ισλανδικής κορόνας.
Η κόκκινη γραμμή
Υπάρχει, όμως, μία κόκκινη «γραμμή» που παραμένει σχεδόν τόσο ισχυρή, όσο και κατά την προηγούμενη απόπειρα ένταξης: η αλιεία. Τα θαλάσσια προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των εξαγωγών αγαθών της χώρας και η διατήρηση του ελέγχου των αλιευτικών πόρων αποτελεί τόσο οικονομικό όσο και ζήτημα εθνικής ταυτότητας.
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η Γκούναρσντότιρ ξεκαθάρισε αυτή την εβδομάδα πως το Ρέικιαβικ «δεν θα υπογράψει καμία συμφωνία» με την Ε.Ε, που δεν κατοχυρώνει την κυριαρχία και τον πλήρη έλεγχο της Ισλανδίας επί της αλιείας της. Η ίδια θεωρεί ότι ακριβώς τα δυσκολότερα κεφάλαια -αλιεία, γεωργία και αγορά εργασίας- θα πρέπει να ανοίξουν από την αρχή των πιθανών νέων διαπραγματεύσεων.
Η Κομισιόν χθες απέφυγε επιμελώς να τοποθετηθεί έναντι αυτής της δήλωσης υπογραμμίζοντας πως «αναμένει να δει τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος» και της απόφασης, που αφορά μόνον τους Ισλανδούς πολίτες.
Η προηγούμενη απόπειρα, πάντως, είχε γίνει κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης το 2009, στον απόηχο της κατάρρευσης του τραπεζικού της συστήματος κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2010 και πάγωσαν το 2013, μετά την άνοδο στην εξουσία μιας περισσότερο ευρωσκεπτικιστικής κυβέρνησης.
Τότε, η Ευρώπη αντιμετωπιζόταν εν μέρει ως οικονομικό καταφύγιο. Σήμερα, η χώρα είναι εύπορη και το ερώτημα είναι περισσότερο εάν αξίζει να ανταλλάξει μέρος της αυτονομίας της με μεγαλύτερη επιρροή, οικονομική σταθερότητα και γεωπολιτική προστασία.
Οριακή διαφορά
Η μάχη ήδη προβλέπεται οριακή. Η τελευταία δημοσκόπηση της Maskína, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 21 και 25 Αυγούστου σε 1.019 άτομα, δίνει 51,3% στο «ναι» και 48,7% στο «όχι». Η διαφορά έχει μάλιστα περιοριστεί: στις 13 Αυγούστου το «ναι» βρισκόταν στο 52,2% έναντι 47,8% του «όχι».
Αντίστοιχη εικόνα είχε καταγράψει και η Gallup στις 17 Αυγούστου, με 51,5% υπέρ της επανέναρξης των συνομιλιών και 48,5% κατά. Η διαφορά βρίσκεται πλέον ουσιαστικά εντός των ορίων του στατιστικού λάθους.
Εάν επικρατήσει το «ναι», το Ρέικιαβικ σκοπεύει να κινηθεί γρήγορα: να ενημερώσει την Ε.Ε. για το αποτέλεσμα, να συγκροτήσει νέα διαπραγματευτική ομάδα και να αρχίσει τις συνομιλίες, οι οποίες εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να διαρκέσουν 18 έως 24 μήνες. Εάν επικρατήσει το «όχι», η σημερινή κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μην επαναφέρει το ζήτημα της ένταξης.
Εκείνο που σημειώνουν αναλυτές είναι πως ακόμα και με επικράτηση αύριο του «ναι», αυτό δεν θα σημαίνει ότι η Ισλανδία επέλεξε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Ισλανδοί ουσιαστικά θα επιλέξουν να μάθουν με ποιους όρους θα μπορούσε να γίνει μέλος της Ε.Ε. Και τότε η αφηρημένη συζήτηση περί Ευρώπης, ασφάλειας και επιρροής θα μετατραπεί σε συγκεκριμένη και σκληρή διαπραγμάτευση γύρω από τα ψάρια, τις ποσοστώσεις, το νόμισμα και την κυριαρχία.
