Φόρτωση Text-to-Speech…
«Πεθαίνω εγώ αντί για σένα.
Που θα μπορούσα να μην πέθαινα,
όμως δεν θα άντεχα να ζω χωρίς εσένα».
Aλκηστις (438 π.Χ.)
«Oταν πεθαίνουν οι νέοι, το κέρδος μου είναι μεγαλύτερο», δηλώνει ο Θάνατος. Απόλυτος και ανίκητος, αμείλικτος και αδιαπραγμάτευτος. Απλώνεται παντού σαν σκοτεινός τόπος. Δεν εισβάλλει στην παράσταση, αλλά προϋπάρχει, αναμένοντας να ολοκληρωθεί η συναλλαγή των ανθρώπων με τους θεούς. Κυκλώνει με το μαύρο πέπλο του την ανθρώπινη ύπαρξη, εξουδετερώνει κάθε ελπίδα διαφυγής και στήνει στην ευριπίδεια «Aλκηστη», την πιο μακάβρια φάρσα της τραγικής ποίησης.
Η Aλκηστις είναι το πιο θαρραλέο τραγικό πρόσωπο της ευριπίδειας δραματουργίας. Είναι η μόνη που δέχεται να θυσιαστεί. Με δική της βούληση. Κανείς δεν της το επιβάλλει, κανείς δεν την υποχρεώνει να πάρει τη θέση του συζύγου της. Από τη στιγμή που οικειοποιείται τη βούληση του Απόλλωνα για τη μοίρα του Αδμήτου, οικειοποιείται και τον ίδιο της τον θάνατο. Το ρηξικέλευθο στη σύλληψη του Ευριπίδη είναι η σχέση του έρωτα με τη θνητότητα. Αιώνες πριν από τον Φρόιντ, διέγνωσε ότι το ένστικτο της ζωής και της ηδονής δεν απέχει από το ένστικτο του θανάτου. Για την Αλκηστη, η ζωή χωρίς τον έρωτα απλώς δεν υφίσταται. Ετσι, στον αποχαιρετισμό της, δηλώνει ότι πεθαίνει εκείνη αντί για εκείνον, αφού θα μπορούσε να ζήσει, αλλά δεν θα άντεχε τη ζωή χωρίς αυτόν. Οπως η Αντιγόνη και εμμέσως η Ιφιγένεια, θυσιάζεται με αξιοπρέπεια και «ανδροπρεπή» γενναιότητα. Αλλωστε, η Αλκηστις δεν πράττει ό,τι πράττει υποτασσόμενη, αλλά έχοντας επίγνωση της ανωτερότητάς της.
Ο Δημήτρης Καραντζάς διασκεύασε και σκηνοθέτησε την τραγωδία με σαφή την πρόθεση να συνδέσει το νόημά της με τη λακανική θεώρηση ότι η «γυναίκα δεν υπάρχει». Η σκηνοθετική στόχευση οδηγεί ευθέως στο σύγχρονο σκηνικό της έμφυλης βίας και η θυσία της Αλκηστης ερμηνεύεται ως μία προδιαγεγραμμένη δολοφονία.
Η «Αλκηστις» είναι έργο διφυές, το οποίο η ευρωπαϊκή θεατρική παράδοση, από τον Λέσσινγκ και εξής, δεν έπαψε να θεωρεί συγγενές του σατυρικού είδους. Ο Καραντζάς λαμβάνει σοβαρά υπόψη του αυτήν την ειδολογική εκκρεμότητα και την ανάγει σε σκηνικό αξίωμα.
Η παράστασή του διαπλέκει το πένθος με μια σκωπτική, σχεδόν αριστοφανική φόρμα, αφήνοντας το γέλιο να πλαισιώνει τον θρήνο σε μία σχέση κλαυσίγελου πολύ ταιριαστή στο αρχαίο δράμα. Υπερτόνισε το φαρσικό στοιχείο στους ρόλους του Aδμήτου, του Ηρακλή και του Φέρη, προκαλώντας κωμικές αναταράξεις στην πένθιμη ατμόσφαιρα του επιθανάτιου θρήνου και έδωσε έμφαση στις διαδοχικές δυαδικές αντιπαραθέσεις, αποδίδοντας εξαιρετικά τη σύγκρουση του Aδμήτου με τον πατέρα του και τον ερωτικό θρήνο του ζευγαριού.
Το σκηνικό
Η τεράστια επικλινής μεταλλική κατασκευή του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη μετατρέπει την ορχήστρα σε έδαφος ολισθηρό, ασταθές, γεμάτο οπές, χορδές και ηχητικές παγίδες. Τα σώματα του χορού και των δραματικών προσώπων έρπουν, γλιστρούν, παραπατούν, αναδύονται και χάνονται. Πασχίζουν να σταθούν όρθια, όπως εκείνος που βιώνει το πένθος. Το εντυπωσιακό σκηνικό τοποθετεί τη δράση στο εσωτερικό ενός γιγαντιαίου έγχορδου οργάνου. Ο Απόλλων του Κώστα Νικούλι αγγίζει τις χορδές και ολόκληρος ο χώρος πάλλεται σαν μουσικό όργανο, τη στιγμή που η ζωή διαπραγματεύεται την κάθοδο στον Αδη. Η Θεοδώρα Τζήμου καθηλωτική στο ρόλο του Θανάτου, ακίνητη, εγκλωβισμένη στο μαύρο ταφταδένιο φουρό του πελώριου φορέματός της, ένα ενδυματολογικό γλυπτό της Ιωάννας Τσάμη, σε εικαστικό στυλ Ρομέο Καστελούτσι.
Οι ηχητικές κατασκευές του Παναγιώτη Μανουηλίδη, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου και ο ηχητικός σχεδιασμός του Αγγελου Κονταξή συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου ο θάνατος δεν αναπαρίσταται απλώς, αλλά ηχεί, φιλοτεχνώντας ορισμένες εναρκτήριες εικόνες, ιδιαίτερης υποβλητικότητας.
Η Ηρώ Μπέζου συγκλονίζει στη σκηνή της συνειδητοποίησης του θανάτου. Σκιαγραφεί μια σπαρακτική Αλκηστη, μητέρα, σύζυγο, ερωμένη, βασίλισσα. Μία ύπαρξη τραγική και δραματική, γήινη και εξωπραγματική. Οι φωνητικές και κινητικές της δεξιότητες, εξαιρετικά δουλεμένες, υλοποιούν υφολογικά την τραγική υπόσταση του ρόλου. Ο Αδμητος του Γιάννη Νιάρρου κινείται διακριτικά στα όρια της αυτοπαρώδησης, ένας Αδμητος λεκτικής και συναισθηματικής γελοιότητας και απάθειας, αλλά και ουσιαστικού υποκριτικού ήθους στην αντιπαράθεση με τον πατέρα του. Η Μπέζου και ο Νιάρρος υλοποιούν αντιστικτικά τους δύο υφολογικούς πόλους της τραγωδίας.
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης απέδωσε τον κυνικό πατέρα στο δραματικό του αντίστοιχο: γελοίο και κωμικό ήθος ταυτόχρονα. Σκωπτικός ο Αδμητος του Νιάρρου, γκροτέσκα η εκτροπή του ευφυούς Γιώργου Ζυγούρη στον ρόλο του από μηχανής ημίθεου Ηρακλή. Εισβάλλει με το ακορντεόν του σαν διονυσιακή παραφωνία. Απρόβλεπτος και γενναιόδωρος, διαλύει τη νεκρική ακινησία, επαναφέροντας το φαρσικό στοιχείο στην ατμόσφαιρα του πένθους. Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου και ο Αινείας Τσαμάτης αποδίδουν με ακρίβεια το βλέμμα του οίκου που παρακολουθεί, ενώ ο Χορός ενσωματώνεται στο πένθος ως ένα σώμα που παραπατά στο ολισθηρό σκηνικό. Το ευτυχές τέλος της τραγωδίας δεν παρηγορεί κανέναν. Η Αλκηστις επιστρέφει στον οίκο σιωπηλή. Η φωνή της δεν έχει πλέον θέση στον κόσμο των ζωντανών.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.
