
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 12 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ανδρομάχη, Ανδρόμαχος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Οσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Μάρτυρες Τάραχος, Πρόβος και Ανδρόνικος και Οσιος Επίκτητος της Κύπρου
Οσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
Ενας από τους κορυφαίους μυστικούς θεολόγους, ποιητές και ασκητές της Εκκλησίας και μία από τις πιο «επαναστατικές» μορφές του βυζαντινού μυστικισμού, είναι ο τρίτος κατά σειρά άγιος της Εκκλησίας στον οποίο δόθηκε η προσωνυμία «Θεολόγος» μετά τον ευαγγελιστή Ιωάννη και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Γεννήθηκε το 949 στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από αριστοκρατική οικογένεια και σε ηλικία 11 ετών ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές, με σκοπό να ακολουθήσει καριέρα στην αυτοκρατορική αυλή, αλλά η συνάντησή του με τον πνευματικό του πατέρα Συμεών τον Ευλαβή άλλαξε τον ρου της προσωπικής του ιστορίας.
Παράλληλα με τα κοσμικά του καθήκοντα επιδόθηκε σε αυστηρή προσευχή και χαριτώθηκε σε ηλικία μόλις 20 ετών να βιώσει για πρώτη φορά την εμπειρία της θέασης του Ακτίστου Φωτός. Στα 27 του εγκατέλειψε οριστικά τον κόσμο και εισήλθε στην περίφημη Μονή Στουδίου, λόγω όμως της απόλυτης υπακοής στον Γέροντά του προκάλεσε αντιδράσεις και μετακινήθηκε στη Μονή του Αγίου Μάμαντος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός, ενώ το 980 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε ηγούμενός της μετατρέποντάς τη σε πνευματικό κέντρο. Η αυστηρότητά του, ωστόσο, η απαίτησή του για απόλυτη πνευματική εγρήγορση και τα κηρύγματά του για τη βίωση του Αγίου Πνεύματος προκάλεσαν την αντίδραση μέρους των μοναχών, οι οποίοι μάλιστα εξεγέρθηκαν εναντίον του κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας του. Την ίδια εποχή ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τον Στέφανο, Μητροπολίτη Νικομηδείας και επίσημο θεολόγο της αυλής, καθώς ο Στέφανος εκπροσωπούσε μια σχολαστική και ορθολογική θεολογία, ενώ εκείνος επέμενε ότι ο Θεός βιώνεται εμπειρικά και προσωπικά. Η επίσημη αιτιολογία για τη δίωξή του ήταν η τιμή που απέδιδε στον νεκρό πνευματικό του πατέρα χωρίς επίσημη εκκλησιαστική έγκριση, γι’ αυτό το 1009 καταδικάστηκε σε εξορία και στάλθηκε στην ακτή της Μικράς Ασίας, στο Παλάτιον, όπου, παρά τις κακουχίες, ίδρυσε τη Μονή της Αγίας Μαρίνας. Αν και αργότερα η Εκκλησία ανακάλεσε την ποινή και του πρόσφερε αρχιερατικό αξίωμα, ο ίδιος αρνήθηκε και παρέμεινε στο μοναστήρι του μέχρι την κοίμησή του το 1022.
Αφησε πίσω του σπουδαία συγγράμματα και στα έργα του περιλαμβάνονται οι Κατηχήσεις, ομιλίες προς τους μοναχούς της Μονής του για τη μετάνοια και την άσκηση, Θεολογικά και Ηθικά, δογματικές αναλύσεις για την Αγία Τριάδα και τη θέωση, και οι Ύμνοι Θείων Ερώτων, από συγκλονιστικότερα δείγματα εκκλησιαστικής μυστικής ποίησης, όπου περιγράφει με λυρισμό την ένωσή του με το Ακτιστο Φως και τις προσωπικές του μυστικές εμπειρίες.
Ο Συμεών χρησιμοποιεί τη λέξη «έρως», μια λέξη που τότε θεωρούνταν πολύ τολμηρή για θρησκευτικά κείμενα, για να δείξει ότι η αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό πρέπει να είναι ζωντανή, παθιασμένη, ολοκληρωτική και αποκλειστική, όπως ο ανθρώπινος έρωτας, καθώς ο Θεός δεν είναι μια μακρινή ιδέα, αλλά ο εραστής της ψυχής που την αναζητά για να ενωθεί μαζί της. Σχεδόν σε κάθε ύμνο, ο Χριστός και το Αγιο Πνεύμα εμφανίζονται ως ένα ανέσπερο, πνευματικό φως που, όταν πλημμυρίζει τον άνθρωπο, δεν φωτίζει απλώς τον χώρο γύρω του, αλλά τον μεταμορφώνει κυριολεκτικά και τον κάνει να αισθάνεται ότι γίνεται και ο ίδιος φως, γεμίζοντας με ανεκλάλητη χαρά, ειρήνη και έκσταση. Ο Συμεών τονίζει με θάρρος ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί με τον Θεό τόσο βαθιά, ώστε όλα τα μέλη του σώματός του να γίνουν μέλη του Χριστού και επιμένει ότι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας πρέπει να είναι αισθητή και συνειδητή από αυτήν εδώ τη ζωή και όχι μια υπόσχεση μόνο για το μέλλον. Ωστόσο, παρά τις υψηλές πνευματικές εμπειρίες, ο Συμεών περιγράφει τον εαυτό του με απίστευτη ταπεινότητα, συχνά αποκαλώντας τον «πτώμα», «τυφλό» και «αμαρτωλό», που σώζεται μόνο από το έλεος του Θεού, τα δε δάκρυα στους ύμνους του δεν είναι μόνο δείγμα λύπης, αλλά μετατρέπονται σε δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης για τη θεία συγχώρεση.
Σε έναν από τους πιο διάσημους ύμνους του, ο Συμεών περιγράφει πώς ο Θεός τον επισκέφθηκε στο φτωχικό του κελί: «Και ξαφνικά, ενώ καθόμουν στο σκοτάδι και έκλαιγα, Εσύ φάνηκες ως Φως. Και με κοίταξες, και με πλησίασες, και έγινες ένα με μένα… Και έγινα φως μέσα στο Φως Σου. Και κοιτάζω τα χέρια μου και τα πόδια μου, και είναι τα δικά Σου μέλη, Χριστέ μου. Ενας φτωχός άνθρωπος σαν εμένα, έγινε κατοικητήριο του Θεού»! Φτάνει μάλιστα να μιλά με τέτοια ελευθερία και απλότητα για τη θέωση του ανθρώπινου σώματος, ώστε κάθε μέλος του να είναι ο Χριστός ο ίδιος, ακόμα και τα απόκρυφα μέλη: «Εις γαρ πολλὰ γινόμενος εις αμέριστος μένει, μερίς εκάστῃ δε αυτός όλος Χριστός υπάρχει· πάντως ουν ούτως έγνωκας Χριστὸν και δάκτυλόν μου και βάλανον, ουκ έφριξας, ή συ και επῃσχύνθης;».
Και στα τετράστιχα που φανερώνουν τον έρωτά του προς τον Θεό απορεί εκστατικά: «Πώς γίνεται να υπάρχεις και πυρ που αναβλύζει; Να είσαι και ύδωρ που δροσίζει; Πώς γίνεται και να καις και να γλυκαίνεις, και πώς εξαφανίζεις τη φθορά; Πώς κάνεις τους ανθρώπους θεούς; Πώς απ’ τη φωτιά φτιάχνεις φως; Πώς βγάζεις απ’ τον άδη; Πώς κάνεις άφθαρτους τους θνητούς; Πώς τραβάς το σκότος προς το φως; Πώς εξουσιάζεις τη νύχτα; Πώς περιλάμπεις την καρδιά; Πώς ολόκληρο με μεταβάλλεις; Πώς ενώνεσαι με τους ανθρώπους; Πώς φτιάχνεις υιούς του Θεού; Πώς το κάνεις, να καίμε από πόθο προς Εσένα; Πώς χωρίς σπαθί μάς πληγώνεις την καρδιά; Πώς ανέχεσαι και πώς υπομένεις; Πώς δεν τιμωρείς αμέσως; Πώς, ενώ είσαι έξω από όλα, βλέπεις τις πράξεις όλων; Πώς, ενώ βρίσκεσαι μακριά, βλέπεις τα έργα του καθενός μας; Δώσε στους δούλους σου υπομονή, για να μη τους πνίξει η θλίψη»!
Ευλόγως μάλλον μία τόσο ιδιαίτερη και ξεχωριστή περίπτωση όπως του Συμεών φαίνεται πως, και παρά την αγιοποίησή του, τέθηκε στο εκκλησιαστικό «περιθώριο» προϊόντος του χρόνου. Συμμαρτυρεί εξάλλου προς τούτο και η μη διάσωση καμίας εικόνας του! Παρά το ότι είναι ο προάγγελος του ρεύματος του «Ησυχασμού», που αναπτύχθηκε πλήρως τον 14ο αι. από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, πρέπει να περιμένει κανείς τον ύστερο 18ο αι. της φιλοκαλικής αναγέννησης, ώστε να δει να αναδύονται τα έργα του από τα βάθη μιας ιδιόμορφης εκκλησιαστικής «λήθης». Η νεοελληνική ποίηση και η ακαδημαϊκή θεολογία άργησε ακόμη περισσότερο να τον ανακαλύψει, με αρχικό σκαπανέα τον ιδιαίτερο πεζογράφο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, ενώ έκτοτε έχει εκδοθεί το σύνολο του έργου του και πλήθος βιβλίων και διατριβών για το πρόσωπο και τη θεολογία του.
Μάρτυρες Τάραχος, Πρόβος και Ανδρόνικος
Μαρτύρησαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (304) και άφησαν το δικό τους στίγμα στην ιστορία της διάδοσης του Χριστιανισμού, επιδεικνύοντας απεριόριστο θάρρος στα βασανιστήρια που τους επέβαλε ο ηγεμόνας της Κιλικίας Μάξιμος. Είχαν διαφορά ηλικίας μεταξύ τους και προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Ο Τάραχος ήταν ο πλέον ηλικιωμένος, πρώην στρατιωτικός, με καταγωγή από την Κλαυδιούπολη της Συρίας, ο Πρόβος καταγόταν από τη Θράκη και ήταν μέσης ηλικίας, ενώ ο Ανδρόνικος ήταν ο νεότερος, γιος επιφανούς οικογένειας από την Εφεσο. Συνελήφθησαν στην πόλη Πομπηιούπολη της Κιλικίας και οδηγήθηκαν για ανάκριση ενώπιον του τοπικού ηγεμόνα Μαξίμου, με την κατηγορία ότι ήταν χριστιανοί. Η ανάκριση διενεργήθη σε τρεις διαφορετικές πόλεις, την Ταρσό, τα Αδανα και τη Μοψουεστία, πόλη με ιδιαίτερη σημασία, σαν «διαχωριστική» γραμμή στα όρια του Βυζαντίου με το Ισλάμ, με τον Μάξιμο να προσπαθεί να τους μεταστρέψει στα είδωλα με φρικτά βασανιστήρια. Αφού κατάφεραν να επιβιώσουν από τα σκληρά βασανιστήρια, ο ηγεμόνας διέταξε να ριφθούν βορά στα θηρία του αμφιθεάτρου των μονομάχων για να τους κατασπαράξουν τα θηρία, αλλά, σύμφωνα με το συναξάρι τους, τα θηρία τους προσέγγισαν ήρεμα, μάλιστα μια αρκούδα έγλειφε τις πληγές των βασανισθέντων. Ο Μάξιμος εκτός εαυτού από την αποτυχία του διέταξε τη θανάτωσή τους με ξίφος μέσα στο αμφιθέατρο.
Οσιος Επίκτητος της Κύπρου
Σύμφωνα με την κυπριακή παράδοση και τον χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, είναι ένας από τους ασκητές των «300 Αλαμανών Αγίων», οι οποίοι ήρθαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη, για να ασκητέψουν σε κλίμα ησυχίας και αναχωρητισμού λίγο μετά την αποτυχημένη Β΄ Σταυροφορία. Ο όσιος κινήθηκε προς τα βόρεια παράλια του νησιού και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κάζα Πιφάνη (το σημερινό Καζάφανι), λίγα μίλια ανατολικά της Κερύνειας, και έζησε σε ερημικό σπήλαιο με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, ενώ το κελλί του έγινε σημείο αναφοράς για όλους τους κατοίκους της περιοχής του, καθώς δεχόταν όσους αναζητούσαν πνευματική και ηθική στήριξη, ενώ η παράδοση της Εκκλησίας παραπέμπει και σε θαυματουργικό του έργο. Εκοιμήθη ειρηνικά στο σπήλαιο της άσκησής του, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε σταδιακά οικισμός και αργότερα το ομώνυμο χωριό, που από το 1974 βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Μέσα στη σπηλιά αναβλύζει αγίασμα, ενώ σώζεται και μια πέτρα σε σχήμα ανθρώπινης κεφαλής, την οποία λέγεται ότι ο όσιος χρησιμοποιούσε ως προσκεφάλι.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Βαλάντιου του εν Κύπρω, μάρτυρος Δομνίνης, οσίου Θεοδότου Επισκόπου Εφέσου, μάρτυρος Μαλφέθα, μάρτυρος Ανθίας, μαρτύρων Ιουβεντίνου και Μάξιμου, οσίου Ιάσονος Επισκόπου Δαμασκού, Ανδρομάχου και Διοδώρου, οσίου Θεοσεβίου του Αρχινοίτου του εν Κύπρω και ιερομάρτυρος Ιουβεναλίου Αρχιεπισκόπου Ριαζάν.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
