Φόρτωση Text-to-Speech…
Γιατί οι Έλληνες είναι τόσο προγονόπληκτοι; Γιατί δεν βάζουν κόμματα και τελείες; Γιατί συνωμοσιολογούν; Υπάρχουν γνώμες για όλ’ αυτά. Ας δούμε, όμως, και την υλική βάση. Το κράτος δεν ξοδεύει σοβαρά λεφτά για να μορφωθούν οι ντόπιοι. Σε γλώσσα μπίζνες: «δεν επενδύει πάνω τους». Ίσως γι αυτό αντί για πολιτιστικές εκπομπές η τηλεόραση δείχνει εκπομπές μαγειρικής κι αντί για πολιτικές ή φιλοσοφικές συζητήσεις σκυλομαχίες και κουτσομπολιά. Μπορεί γι αυτούς τους λόγους οι Έλληνες να αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους σε συνάρτηση με τις προσδοκίες των άλλων. Μπορεί γι αυτό να μην ξέρουν παγκόσμια ιστορία ή πώς να καλλιεργήσουν τα ενδιαφέροντά τους. Μπορεί να φταίει αυτή η προτελευταία θέση στη λίστα.
Η Eurostat έδωσε στη δημοσιότητα μία λίστα (18.08.2026) που αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία. Η χώρα μας είναι προτελευταία, έπεται η Ρουμανία. Σουηδία, Βέλγιο, Ισλανδία, Αυστρία είναι ψηλά στη λίστα. Οι ίδιες χώρες είναι πάντα ψηλά στις λίστες για τις αναγνωστικές συνήθειες. Διαβάζουν. Οι ίδιες, πάνω κάτω, χώρες είναι ψηλά στην ατομική δαπάνη για πρόσβαση στον πολιτισμό, ενώ επενδύουν και για την προώθηση του πολιτισμού τους στο εξωτερικό. Είναι ένα οικοσύστημα.
Δεν κατοικούν, φυσικά, τίποτα φωστήρες εκεί στο Βορρά και τίποτα ηλίθιοι εδώ στο Νότο. Όταν σπούδαζα στην Ολλανδία κι είχα τις μαύρες μου, χτυπούσα την πόρτα του Ρουμάνου ερευνητή στον κάτω όροφο, για να κοροιδέψουμε το γούστο των Ολλανδών που γνωρίζαμε. Βλέπανε μόνο Αμερικανικές σαχλαμάρες τύπου μπλογκμπάστερ και η τηλεόρασή τους προέβαλε εκπομπή όπου σε ένα επεισόδιο οι διαγωνιζόμενοι τραβούσαν από δυο πλευρές ένα λουκάνικο. Ήξεραν, όμως, κάποια πολύ βασικά πράγματα. Ήξεραν να ψάχνουν την πληροφορία σε διαφορετικές πηγές, ήξεραν ιστορία και ήξεραν να χαλαρώνουν με λίγη κλασική μουσική. Περνούσαν, οπωσδήποτε, μερικά Σαββατοκύριακα του χρόνου στα μουσεία και τα ωδεία. Το «μαγικό» σ’ ένα εκπαιδευτικό οικοσύστημα που λειτουργεί είναι ότι παράγει μία οριζόντια καλλιέργεια. Ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής καθορίζει την επιτυχία του συστήματος, όχι οι εξαιρετικά κακές ή οι εξαιρετικά καλές επιδόσεις των άκρων.
Το ίδιο επισημαίνει ο Γεωργακόπουλος σε σχέση με τα φινλανδικά σχολεία (Τι Δεν Έχουν Τα Φινλανδικά Σχολεία, Καθημερινή). Όταν το σύστημα λειτουργεί, λειτουργεί υπέρ του μέσου όρου. Καλλιεργεί μαζικά, οριζόντια και δημοκρατικά την περιέργεια του πληθυσμού, μεταδίδει κάποιες βασικές γνώσεις που τις έχουν όλοι βρέξει χιονίσει και επιτρέπει σε όσες το θέλουν να βρουν φτερά στις γνώσεις τους. Το καλοκουρδισμένο παιδευτικό οικοσύστημα μοιράζει ευκαιρίες. Σβήνει την αφετηριακή ανισότητα από τα βιογραφικά των ανθρώπων.
Αν ψάχνετε στα Πανεπιστήμια της Γερμανίας κτίρια τύπου Κέιμπριτζ, θ’ απογοητευτείτε. Τα μαθήματα, η έρευνα και η όντως φοιτητική ζωή γίνονται σε λειτουργικά, καλοδιατηρημένα, όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακά κτίρια. Είναι εντυπωσιακός, όμως, ο σεβασμός που δείχνουν στην έρευνα. Τα ερευνητικά προγράμματα ακολουθούν μία προβλέψιμη πορεία με στόχο τα υψηλού επιπέδου αποτελέσματα που μπορούν να αξιοποιηθούν από την κοινωνία, τις κυβερνήσεις, τους καλλιτέχνες, την αγορά κλπ. Η Γερμανία είναι η μόνη χώρα της Ένωσης, μαζί με τη Φινλανδία, που δαπανά πάνω από 1% του ΑΕΠ της για έρευνα.
Στην Ελλάδα, πρόγραμμα ύψους 80 εκατομμυρίων ευρώ, που θα πλήρωνε ερευνητικά προγράμματα, εγκαταλείφθηκε (βλ. Φτωχός συγγενής η Έρευνα, Καθημερινή). 13,9 ευρώ ανά κάτοικο ξόδεψε η Ελλάδα το 2025 για έρευνα στην υγεία. Ίσως γι αυτό και η νυχτερινή διασκέδαση της ελληνικής νεολαίας είναι κολλημένη στους πιο ψυχοπλακωτικούς σκοπούς του παρελθόντος. Έτσι εκφράζουν την αλήθεια τους: είναι ριγμένοι. Εντωμεταξύ, το πρόγραμμα που ματαιώθηκε λεγόταν «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας», γιατί η ζωή εδώ είναι σπουδή στο αστείο.
