Από τον Pandelides στο Amazon



Ηρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να «αναδιφήσω» πρόσφατα ένα αρκετά μακρινό παρελθόν, αυτό της χουντοκρατίας, και ειδικότερα των πρώτων της χρόνων, του 1967 και του 1968. Σε κείμενό μου με τίτλο «Εμείς, του ’67 οι πρωτοετείς», στην «Καθημερινή» του Σαββάτου 2/5, «αποχαιρετισμό» στην πρόσφατα χαμένη Γιάννα Αλιβιζάτου, εκ των πραγμάτων ανασκάλεψα και συμβάντα της περιόδου 1967-68, όταν με τη Γιάννα ήμασταν συμφοιτητές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από την άλλη, ήδη γράφοντας στην προηγούμενη «Αναμόχλευση» για το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Φασισμός», αναφέρθηκα στον Ζορζ Σορέλ, του οποίου το κλασικό βιβλίο «Σκέψεις για τη βία» είχε επηρεάσει σημαντικά τον Μουσολίνι στα πρώτα του βήματα.

Καθώς εύκολα το μυαλό και η μνήμη πηδάνε από το ένα στο άλλο, θυμήθηκα ότι για τον Σορέλ και τις απόψεις του για τη βία είχα πρωτοδιαβάσει σε ένα ανάγνωσμα της σημαδιακής εκείνης εποχής: το «Η σχολή των δικτατόρων» («La scuola dei dittatori») του Ινιάτσο Σιλόνε. Ο Σιλόνε (1900-78), από τα ιδρυτικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας μαζί με τον Γκράμσι και τον Τολιάτι, είχε ζήσει από πρώτο χέρι την κατάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι. Και κάτι ακόμη όμως, ο Σιλόνε ήταν από τους πρώτους που αποστασιοποιήθηκε από το κομμουνιστικό κίνημα, καταγγέλλοντας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό και τον σταλινισμό. Επίσης, εγώ τουλάχιστον είχα πρωτοακούσει το όνομά του, τότε, πριν από περίπου 60 χρόνια, ως έναν από τους έξι συγγραφείς της θρυλικής έκδοσης του 1948 «The God that failed» («Ο εκπεσών Θεός», το έλεγαν οι παλαιότεροι). Σε αυτό το βιβλιαράκι, έξι πρώην μέλη και συνοδοιπόροι κομμουνιστικών κομμάτων κατέθεταν την αποκαρδιωτική, απομυθοποιητική, όσο και οδυνηρή εμπειρία τους από τον τρόπο λειτουργίας των Κ.Κ., από την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» στην ΕΣΣΔ, από τα εγκλήματα του σταλινικού καθεστώτος. Οι έξι ήταν ο Aρθουρ Καίσλερ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Ινιάτσο Σιλόνε, ο Στήβεν Σπέντερ, Aγγλος ποιητής που είχε πολεμήσει στην Ισπανία στο πλευρό των Δημοκρατικών, ο Ρίτσαρντ Ράιτ, σημαντικός Αφροαμερικανός συγγραφέας, και ο Λιούις Φίσερ, δημοσιογράφος, δημοσιολόγος, βιογράφος του Λένιν.

Αναζητώντας απαντήσεις

Κατεβάζοντας το βιβλίο του Σιλόνε από τη βιβλιοθήκη μου, είδα στις πρώτες σελίδες του ότι ήταν αγορασμένο το φθινόπωρο του 1968. Θυμήθηκα έτσι τις μέρες εκείνες, και ειδικότερα την αφασία και τη μαυρίλα που επικρατούσαν στον χώρο των εκδόσεων και των βιβλίων. Αρκετούς από τους πιο ζωντανούς εκδοτικούς οίκους τούς είχε κλείσει η χούντα, ενώ άλλοι είχαν κλείσει μόνοι τους. Επίσης, κάποιοι συγγραφείς είχαν πάρει τη μάλλον ατυχή απόφαση (ευτυχώς, την αναίρεσαν αργότερα) να μη δημοσιεύουν τίποτα όσο θα υπήρχε χούντα. Γενικά, στην ατμόσφαιρα ήταν διάχυτη μια αίσθηση αμηχανίας και αδιεξόδου.

Eφηβοι εμείς τότε, αναζητούσαμε εναγωνίως απαντήσεις στα ουκ ολίγα ερωτήματα που απασχολούν έναν νέο άνθρωπο, στα οποία είχαν προστεθεί και το «πώς» και το «γιατί» η χώρα είχε πέσει στα χέρια μιας δράκας ολιγόνοων και φανατικών καραβανάδων. Σε μια περίοδο, μάλιστα, όπου στο εξωτερικό γίνονταν πράματα και θάματα (Μάης ’68 στη Γαλλία, αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ, έκρηξη του ροκ εντ ρολ, κ.ά.), η κατάσταση στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορούσε τη λεγόμενη κίνηση των ιδεών, ήταν αξιοθρήνητη.

Αρκετούς από τους πιο ζωντανούς εκδοτικούς οίκους τούς είχε κλείσει η χούντα, ενώ κάποιοι συγγραφείς είχαν πάρει την απόφαση να μη δημοσιεύουν τίποτα όσο θα υπήρχε δικτατορία.

Ολα αυτά, βέβαια, μέχρι τα τέλη του 1969, οπότε την άρση της προληπτικής λογοκρισίας ακολούθησε πραγματική εκδοτική έκρηξη. Oσο για το βιβλίο του Σιλόνε, είχε «διασωθεί» στα ράφια των βιβλιοπωλείων, παρά τον «ύποπτο» τίτλο του, επειδή ίσως είχε εκδοθεί στο πλαίσιο μιας σειράς (Μαλρό, Φόκνερ, Γκρην, Μοριάκ, κ.ά.) που είχαν οι αξιόλογες, αλλά σε καμιά περίπτωση αριστερόστροφες «Εκδόσεις των Φίλων» ‒ η έδρα τους ήταν σε μια στοά, στην αρχή της οδού Πανεπιστημίου, αν θυμάμαι καλά.

Τα πάντα όλα στις προθήκες

Δεν έχει, προφανώς, σημασία πότε εγώ αγόρασα και διάβασα τον Σιλόνε ή τον Μαλρό. Το κλίμα μιας εποχής προσπαθώ να μεταφέρω. Της εποχής πριν από τη μεγάλη εκδοτική έκρηξη του 1970-73, όταν στην αγορά εμφανίστηκαν σταδιακά «τα πάντα όλα» του διεθνούς επαναστατικού κινήματος, σε όλες του τις εκδοχές και αποχρώσεις: Μαρξ και Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Μάο, Μπακούνιν, Μαρκούζε και Κον Μπεντίτ, Μπάραν και Σουήζι, Γκράμσι, Αλτουσέρ, κ.ά. Γιατί αυτά «ξέφευγαν» από τον λογοκριτικό οίστρο των χουνταίων είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία επιφυλάσσομαι να επανέλθω.

O,τι συνέβαινε στον κόσμο, στο πεδίο της κίνησης των ιδεών αλλά και γενικότερα, το πληροφορούμασταν εν πολλοίς, τουλάχιστον τα πρώτα εκείνα και πιο ζοφερά χρόνια της χούντας, από ξένα έντυπα και βιβλία. Με τα κουτσοαγγλικά μας και τα κουτσογαλλικά μας ξεκοκαλίζαμε, όσο μπορούσαμε, τη «Monde» και τον «Guardian», ή σπεύδαμε να προμηθευτούμε ξενόγλωσσα βιβλία από τον Παντελίδη και τον Σαμούχο στην οδό Αμερικής, από τον Ελευθερουδάκη στη Νίκης, από τη «Φωλιά του Βιβλίου» στην Πανεπιστημίου, από τον Κάουφμαν στη Σταδίου.

O,τι συνέβαινε στον κόσμο το πληροφορούμασταν από ξένα έντυπα και βιβλία. Σπεύδαμε στον Παντελίδη, στον Σαμούχο, στον Ελευθερουδάκη, στη «Φωλιά του Βιβλίου», στον Κάουφμαν.  

Θλιβερή διαπίστωση: κανένα από αυτά τα βιβλιοπωλεία δεν υπάρχει σήμερα. Ξέρω, ξέρω, το Διαδίκτυο, το Amazon, τα e-books, το, το, το… Ελα, όμως, που τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ενθουσιασμό που ένιωσα όταν στα «remainders» του Παντελίδη, στη στοά που βγαίνει από την Αμερικής στην Πανεπιστημίου, βρήκα σε paperback και στην τιμή των 10(!) δραχμών το «The God that failed», στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω. Παρεμπιπτόντως, 10 δραχμές κόστιζε τότε ένα πακέτο τσιγάρα.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις