Φόρτωση Text-to-Speech…
«Ενα από τα πράγματα για τα οποία ενδιαφερόταν βαθιά ο πατέρας μου όσο περνούσαν τα χρόνια ήταν το να διατηρεί το κοινό ζωντανά τα τραγούδια του», μας λέει ο μουσικός Ανταμ Κοέν από το σπίτι της οικογένειάς του στην Υδρα, το νησί με το οποίο συνδέθηκε βαθιά ο πατέρας του, Λέοναρντ Κοέν· βρέθηκε εκεί τη δεκαετία του ’60 ως νεαρός συγγραφέας, γράφοντας τα πρώτα του ποιήματα και μυθιστορήματα λίγο πριν πιάσει την κιθάρα του και στραφεί στην τραγουδοποιία, δημιουργώντας ένα αξεπέραστο σώμα συνθέσεων. Η σοφή, διεισδυτική ματιά του, ο ερωτισμός και η πνευματικότητά του αποτυπώθηκαν με στιχουργική δεινότητα σε αριστουργηματικά κομμάτια, όπως τα «Hallelujah», «Dance Me to the End of Love», «Bird on the Wire», «So Long, Marianne», και τόσα άλλα που αγαπήθηκαν από γενιές ακροατών.
Γι’ αυτό κι όταν πέθανε ο Λέοναρντ Κοέν το 2016, όπως είχε προϊδεάσει λίγες μέρες νωρίτερα με το άλμπουμ «You Want It Darker», στο οποίο συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον γιο του, Ανταμ, στην παραγωγή, η παγκόσμια συγκίνηση ήταν διάχυτη. «Το διάστημα μετά τον θάνατο του πατέρα μου επικοινωνούσαν μαζί μου άνθρωποι από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη για να με συλλυπηθούν. Δεν ήμουν έτοιμος να το διαχειριστώ όλο αυτό γιατί ήταν πολύ επίπονο, όμως ταυτόχρονα ήταν όμορφο να βλέπω πόσο το μυαλό και η καρδιά αυτού του ανθρώπου άφησαν το αποτύπωμά τους», προσθέτει ο Ανταμ Κοέν.
Συναυλία
«Δεν χρειάζεται να γίνουν πολλά όταν το έργο κάποιου έχει τέτοια απήχηση», απαντάει ο Ανταμ Κοέν όταν τον ρωτάμε πώς μπορεί το έργο του πατέρα του να συνεχίσει να διαδίδεται. «Ο δικός μου ρόλος είναι απλώς να συμβάλλω όπου μπορώ», συμπληρώνει. Ετσι, καθώς τον Νοέμβριο συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τον θάνατο του Λέοναρντ Κοέν, ο Ανταμ ξεκινάει μια παγκόσμια περιοδεία από τον Καναδά έως την Ευρώπη για να τον τιμήσει. Θα προηγηθεί όμως μια επετειακή συναυλία στις 12 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα, στο πλαίσιο της σειράς συναυλιών του ΚΠΙΣΝ «Parklife», που πραγματοποιούνται στο Ξέφωτο του Πάρκου Σταύρος Νιάρχος με ελεύθερη είσοδο, με τη συμμετοχή πολλών Ελλήνων μουσικών, μεταξύ των οποίων οι Ελλη Πασπαλά, Δήμητρα Γαλάνη, Κωνσταντίνος Βήτα, Nalyssa Green.
«Στην Αθήνα θα παίξουμε για πρώτη φορά μαζί στη σκηνή με τον 19χρονο γιο μου, Κάσιους Κοέν, ο οποίος θα λάβει μέρος και στην παγκόσμια περιοδεία, κι έτσι θα είμαστε ουσιαστικά τρεις γενιές Κοέν στη σκηνή κάθε βράδυ», αναφέρει, συμπληρώνοντας πως θα προτιμούσε ο γιος του να ακολουθήσει μια λιγότερο ριψοκίνδυνη επαγγελματική επιλογή, όπως άλλωστε επιθυμούσε και ο Λέοναρντ για εκείνον. «Θυμάμαι τον πατέρα μου να είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικός και γενναιόδωρος με τον χρόνο του και τις συμβουλές του. Αλλά, ταυτόχρονα, με ικέτευε να γίνω πρωθυπουργός του Καναδά και να εγκαταλείψω τη μουσική».
Στην Αθήνα θα παίξουμε για πρώτη φορά μαζί στη σκηνή με τον 19χρονο γιο μου, Κάσιους, ο οποίος θα λάβει μέρος και στην παγκόσμια περιοδεία, κι έτσι θα είμαστε ουσιαστικά τρεις γενιές Κοέν στη σκηνή κάθε βράδυ.
Ακούγοντας τον Ανταμ Κοέν είναι αδύνατο να μην παρατηρήσει κανείς την έντονη ομοιότητα της φωνής του με του πατέρα του, την εσωτερικότητα, τον μετρημένο τρόπο έκφρασης και την τόσο γοητευτική ευγένεια που χαρακτήριζε και τον Λέοναρντ Κοέν. Ομοιότητες που, όπως λέει, δεν διαφεύγουν ούτε από τον ίδιο. «Κάποιες φορές, ειδικά στην Ελλάδα, ξυπνάω στο σπίτι όπου ερχόμουν από μωρό, ένα μέρος το οποίο είναι στοιχειωμένο από μια ολόκληρη ζωή που έχω περάσει με τον πατέρα μου, κι όταν ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη βλέπω ότι κάποια χαρακτηριστικά μου αρχίζουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο με τα δικά του. Κάποια πρωινά παρατηρώ το μαυρισμένο, τριχωτό χέρι μου και σκέφτομαι εκείνον. Συχνά, όταν οι άνθρωποι μιλούν μαζί μου νιώθουν να έχουν ένα κανάλι επικοινωνίας με κάποιον με τον οποίο ήθελαν πάντα να μιλήσουν. Ακόμη κι αν γνωρίζουν πως το όνομά μου είναι Ανταμ, θα με αποκαλέσουν Λέοναρντ. Κι ύστερα, έχω ακολουθήσει κι εγώ το ίδιο επάγγελμα με εκείνον. Στην πραγματικότητα, ντρέπομαι που το λέω, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μη μου θυμίζει τον πατέρα μου».

Γεννημένος το 1973 στο Μόντρεαλ και μεγαλωμένος μεταξύ Υδρας, Γαλλίας, Νέας Υόρκης και Λος Αντζελες, ο Ανταμ Κοέν, ως τραγουδοποιός κι εκείνος, κουβαλάει ταυτόχρονα τα πολύτιμα εφόδια αλλά και το βάρος της κληρονομιάς του. «Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες έχουν δύο χαρακτηριστικά. Το ένα έχει να κάνει με την εγγενή ιδιοσυγκρασία και τα ξεχωριστά ταλέντα τους και το δεύτερο με τη μοίρα που τους επιφυλάσσουν οι θεοί. Είναι υπεροπτικό να συγκρίνει κανείς τον εαυτό του με μια ιστορική φιγούρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχω απογοητεύσει κόσμο με τη δουλειά μου, επειδή δεν ήταν αρκετά σπουδαία για τα γούστα τους. Δεν έχουμε επιλεγεί όλοι από τη μοίρα και από τα γονίδιά μας για να γίνουμε σπουδαίοι. Αυτό όμως δεν με σταματά από το να προσπαθώ. Κάποιες φορές καταφέρνω μικρές νίκες, όμως, όπως όλοι, έχω πολλές αποτυχίες».
Συχνά, όταν οι άνθρωποι μιλούν μαζί μου, νιώθουν να έχουν ένα κανάλι επικοινωνίας με κάποιον με τον οποίο ήθελαν πάντα να μιλήσουν. Ακόμη κι αν γνωρίζουν πως το όνομά μου είναι Ανταμ, θα με αποκαλέσουν Λέοναρντ.
Στις όμορφες προσωπικές δουλειές του Ανταμ Κοέν συγκαταλέγεται το άλμπουμ «We Go Home» του 2014, το ομότιτλο κομμάτι από το οποίο παιζόταν συχνά από τα ελληνικά εναλλακτικά ραδιόφωνα. Οταν του το θυμίζουμε, απαντάει με ενθουσιασμό. «Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο χαρούμενη έκανε όλη την οικογένειά μου το γεγονός ότι παίζονταν τραγούδια μου στα ελληνικά ραδιόφωνα. Μέχρι κι ο πατέρας μου λάμβανε μηνύματα από φίλους και θαυμαστές του που του έλεγαν ότι άκουσαν τα κομμάτια μου στην Αθήνα. Ηταν πολύ κολακευτική η υποδοχή της δουλειάς μου. Η Ελλάδα υπήρξε πάντα ένα μαγικό μέρος για την οικογένειά μου».
Η αγάπη για την Ελλάδα είναι διάχυτη στη συζήτησή μας. Αν και ο ίδιος αναφέρει με μια συστολή πως δεν μιλάει καλά τη γλώσσα μας, όπως ούτε και ο πατέρας του, παρ’ όλα αυτά, όπως μας εκμυστηρεύεται, όταν βρίσκονταν ανάμεσα σε κόσμο και ήθελαν να πουν κάτι ιδιωτικά μεταξύ τους, χρησιμοποιούσαν τη δική τους εκδοχή των ελληνικών. «Φυσικά, δεν μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό στη Μελβούρνη ή στη Νέα Υόρκη, εκεί έχει πάρα πολλούς Ελληνες». Είχαν όμως και άλλες αγαπημένες συνήθειες. «Ο πατέρας μου, ο οποίος προσποιείτο ότι δεν κάπνιζε, μου ζητούσε να του φέρνω από την Ελλάδα ένα πακέτο Καρέλια. Βγαίναμε λοιπόν και καπνίζαμε κρυφά στο μπαλκόνι του απολαμβάνοντας τον ήλιο προσπαθώντας να μαυρίσουμε και σκεφτόμασταν την Υδρα. Αυτό είναι κάτι που κάναμε μέχρι το τέλος της ζωής του. Επίσης, κάθε Παρασκευή βράδυ βρισκόμασταν όλοι μαζί οικογενειακώς και πηγαίναμε σε ένα ελληνικό εστιατόριο στο Λος Αντζελες. Ημασταν πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σαν μια ελληνική οικογένεια της διασποράς».
Νοσταλγία
Επιστρέφοντας στην Υδρα και στις αγαπημένες του ελληνικές λέξεις, ο Ανταμ Κοέν μάς μεταφέρει πως έχει μια αισθητηριακή ανάμνηση του νησιού που «σχεδόν σαν εθισμένος, προσπαθώ να αναβιώνω κάθε χρόνο της ζωής μου, γιατί δεν έχει υπάρξει ούτε ένα καλοκαίρι που να μην ήρθα στην Ελλάδα. Η ανάμνηση αυτή σχετίζεται με μια από τις πιο όμορφες ελληνικές λέξεις, τη νοσταλγία. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο στην Υδρα είναι αυτή η αίσθηση της νοσταλγίας και της χαρμολύπης (σ.σ. χρησιμοποιεί την ελληνική λέξη)».

Ταυτόχρονα, όμως, μας μεταφέρει και μια άλλη εικόνα. «Από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, ο κόσμος θεωρεί πως το σπίτι είναι μουσείο και επισκέπτες από όλο τον κόσμο τραγουδούν έξω από το σπίτι, σαν σε ιερό προσκύνημα. Χτυπούν την πόρτα μας, τραβούν φωτογραφίες, το οποίο για να είμαι ειλικρινής είναι αρκετά ενοχλητικό, μια και ζει εκεί η οικογένειά μου. Από την άλλη, πρόκειται για ένα μικρόκοσμο του γεγονότος ότι τα τραγούδια του διδάσκονται σε πανεπιστήμια από την Αυστραλία έως την Πολωνία και τραγουδιούνται από την Ανατολή έως τη Δύση. Και να σκεφτεί κανείς πως όλα αυτά έγιναν απλώς από έναν άνθρωπο που μουντζούρωνε τις σελίδες με το μολύβι του, έπαιζε κλασική κιθάρα κι ήθελε να κάνει τον κόσμο λίγο πιο όμορφο. Ελάχιστοι καλλιτέχνες το καταφέρνουν αυτό».
Parklife: Leonard Cohen Tribute
12 Σεπτεμβρίου, 21.00
Ξέφωτο, Πάρκο Σταύρος Νιάρχος, ΚΠΙΣΝ
Είσοδος ελεύθερη.
