Ένα από τα βασικά διδάγματα

Ένα από τα βασικά διδάγματα — ίσως το πιο κομβικό απ’ όλα — στη διαχείριση μιας πολιτικής κρίσης είναι ότι η ανάληψη ευθύνης δεν μπορεί να έρχεται με καθυστέρηση ωρών, ημερών ή και εβδομάδων, αφού προηγουμένως έχουν δοθεί διαβεβαιώσεις προς τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία ότι δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό.
Η περίπτωση Λαζαρίδη αποτελεί από μόνη της case study. Δόθηκαν διαβεβαιώσεις, ο ίδιος ο Λαζαρίδης κανιβαλίστηκε επί εβδομάδες και, αφού προηγουμένως ορκίστηκε στη θέση του υφυπουργού, παραιτήθηκε στη συνέχεια.
Η ανάληψη ευθύνης και η παραίτησή του δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα, γιατί, αν η παραίτησή του ήταν επιβεβλημένη, έπρεπε να είχε γίνει από την πρώτη στιγμή. Τώρα, κατόπιν εορτής, είναι αργά. Όχι γιατί ο Λαζαρίδης παραιτήθηκε αργά, αλλά γιατί, αφού δεν παραιτήθηκε από την αρχή, δεν έπρεπε να είχε παραιτηθεί καθόλου.
Η προτροπή της Μπακογιάννη για την παραίτησή του τώρα, μετά από τόσο καιρό, από μόνη της συνιστά πλήγμα — και όχι ο ίδιος ο Λαζαρίδης. Όταν ο κ. Μπακογιάννης, γιος της Ντόρας, ως δήμαρχος Αθηναίων διοργάνωνε φιέστες στην Ομόνοια εν μέσω Covid, ενώ η κυβέρνηση είχε δώσει διαταγή εγκλεισμού όλων στα σπίτια τους, δεν είδαμε την κυρία Μπακογιάννη να ζητά την παραίτηση του δημάρχου Αθηναίων για να διευκολύνει την κυβέρνηση. Η παρέμβασή της ήταν αυτή που οδήγησε σήμερα την κυβέρνηση να πυροβολήσει τα πόδια της, και αυτή η προτροπή, η ανάμειξή της σε αυτό το χρονικό σημείο, ήταν που προκάλεσε την πολιτική ήττα της κυβέρνησης — όχι ο Λαζαρίδης.
Ούτε ο Μητσοτάκης έπρεπε να έχει φτάσει στο σημείο να αποδεχθεί μια παραίτηση υπό αυτούς τους όρους και με αυτή τη χρονική καθυστέρηση. Διότι τότε η παραίτηση δεν λειτουργεί ως πράξη ευθύνης, αλλά ως καθυστερημένη και αναγκαστική υποχώρηση.
Ο Λαζαρίδης δεν έκανε κάτι διαφορετικό από όσα κάνουν εδώ και χρόνια πολλοί συνάδελφοί του, οι οποίοι, με ύφος, αλαζονεία και θράσος, του κουνούσαν το δάχτυλο για τις σπουδές του, ενώ το ερώτημα είναι αν ένας στους δέκα από αυτούς διαθέτει καν πτυχίο.
Ο Λαζαρίδης ήταν δημοσιογράφος — όπως και πολλοί συνάδελφοί του που δίνουν καθημερινά ρεπορτάζ και εργάζονται σε γραφεία Τύπου, σε κόμματα και σε κομματικούς μηχανισμούς. Και για αυτούς ήταν η δική τους δημοσιογραφική ηγεσία, η ΕΣΗΕΑ, που ζήτησε και πέτυχε να μπορούν τέτοιοι δημοσιογράφοι χωρίς σπουδές να προσλαμβάνονται σε γραφεία του δημοσίου χωρίς πτυχίο. Όχι επειδή στην εποχή τους δεν υπήρχαν σχολές δημοσιογραφίας, αλλά επειδή, στην πλειονότητά τους, οι ίδιοι μπήκαν στη δημοσιογραφία με απολυτήριο λυκείου.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι αν το πανεπιστήμιο του Λαζαρίδη είναι καλό ή κακό, αν είναι αναγνωρισμένο ή όχι, ούτε καν ο τρόπος με τον οποίο προσλήφθηκε σε μια θέση του Δημοσίου, όταν το ίδιο το πολιτικό σύστημα και η ΕΣΗΕΑ επέτρεπαν στους δημοσιογράφους να προσλαμβάνονται στα γραφεία τύπου χωρίς πτυχίο. Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: πόσοι και πόσοι δημοσιογράφοι που εργάζονται σε γραφεία Τύπου, σε κόμματα και σε κομματικά επιτελεία δεν έχουν πτυχίο; Σε ποιες πανεπιστημιακές σχολές έχουν σπουδάσει; Τι ακριβώς έχουν σπουδάσει; Και, τελικά, πόσοι από αυτούς διαθέτουν τα προσόντα που με τόση ευκολία απαιτούν από τους άλλους;
Αν, λοιπόν, ο Λαζαρίδης είναι όντως — όπως τώρα παρουσιάζεται — ένας «ασπούδαστος» και «τεμπέλης» που προσλήφθηκε χωρίς πτυχίο, τότε στο ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε όχι να τον καταγγέλλουν, αλλά να ζητήσουν τη… μεταγραφή του. Γιατί, αν τα βάλει κανείς όλα κάτω, ο Παπανδρέου επί ΠΑΣΟΚ ήταν από αυτούς που είχε ταράξει το Δημόσιο με προσλήψεις των «κηπουρών» τύπου Μπιρμπίλη και ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που είχε τα τρολ του να πληρώνονται με δημόσιο χρήμα, για να δολοφονούν ως μετακλητοί ανθρώπους στο διαδίκτυο με ψεύτικα προφίλ.

fb – Thanos Dimadis

Σχετικές δημοσιεύσεις