Άνοιξε την ντουλάπα της. Προσπάθησε να βρει χώρο για να βάλει την κρεμάστρα με το καινούργιο φόρεμα. Ένα βεραμάν με φούξια τριαντάφυλλα, που της δώρισε φίλος της . Πίεσε προσεκτικά το χώρο για να μην τσαλακωθούν τα άλλα ρούχα. Είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Χώρος για άλλα ρούχα, πουθενά. Αλλά το χούι, είναι χούι. Συνήθιζε σε κάθε έξοδό της να ψάχνει στην αγορά για κάτι καινούργιο. Όχι απαραίτητα ακριβό. Αλλά πάντως κάτι καινούργιο. Το καινούργιο έχει τη δική του γοητεία, τη δική του λάμψη.
Πρώτα απ’ όλα, είναι η σκέψη, η έλξη του καινούργιου. Ύστερα, η αναζήτηση ενός καινούργιου. Είναι μια ιδιαίτερη χαρά να ψάχνεις είτε σε σικάτα καταστήματα, είτε σε πιο φθηνά, ή, ακόμα και στους πάγκους της λαϊκής, αφού έχουν ρούχα από μαγαζιά που έχουν πτωχεύσει, για κάτι καινούργιο… Να το κοιτάζεις μια δυο τρεις φορές. Να το προβάρεις πάνω σου, αν σου προσφέρεται και μπορείς. Αλλιώς, να το φανταστείς πάνω σου… Πώς θα ’σαι φορώντας το; Με αυτήν την τσάντα, με εκείνα τα πέδιλα, ή με εκείνα τα ψηλοτάκουνα που έχεις; Τι συνδυασμό μπορείς να κάνεις; Ή, μήπως, πρέπει να πάρεις κι αυτό το ζευγάρι παπούτσια, που είναι σε τιμή ευκαιρίας; Τι θα πουν οι φίλες που θα σε δουν με τα καινούργια; Πώς θα το σχολιάσουν; Θα το αρέσουν, θα σε επαινέσουν, θα σκάσουν απ’ τη ζήλια τους;
Ήταν πολλά, πάρα πολλά τα κίνητρα. Είχε γίνει μέρος της ζωής της. Να βγει, κυρίως, το Σάββατο πρωί, και να αρχίσει να ψάχνει για κάτι καινούργιο, όμορφο, κολακευτικό για το ωραίο της κορμί, που όλοι θαύμαζαν, παρά τα κάποια χρονάκια της. Το οποίο το διατηρούσε με πολλές θυσίες και κόπους και έξοδα στα γυμναστήρια. Αλλά άξιζε τον κόπο… Και άξιζε τον κόπο ένα τέτοιο κορμί να το επενδύει όμορφα, έτσι, που να προβάλλει το σεξ απήλ της.
Αυτό έγινε και σήμερα. Βγήκε στην αγορά. Συμπτωματικά, συνάντησε τον πρώην της. Της πρότεινε να πιούν έναν καφέ και να τα πουν. Ήπιαν τον καφέ τους, μίλησαν καμιά ώρα, κι εκεί πάνω, του είπε για ένα φουστάνι που μπήκε στην καρδιά της… Πάμε να το δούμε πρότεινε εκείνος… Μα είναι ακριβό, του είπε. Δεν πειράζει, θα συμβάλλω κι εγώ, της είπε. Μα, όχι, είπε εκείνη, δε θέλω, δεν πρέπει… Πάμε, επέμενε εκείνος. Πήγαν, το πρόβαρε, της άρεσε, άρεσε και στον πρώην της, και πριν προλάβει να πάει στο ταμείο, φρόντισε εκείνος διακριτικά για το λογαριασμό. Το πλήρωσε όλο. Δώρο της είπε! Τον ευχαρίστησε… Αποχαιρετίστηκαν με φιλιά, είπαν να μη χαθούν, όπως χάθηκαν… Κάτι, ίσως, να σιγοέκαιγε μέσα τους, παρόλο που αυτή, ήταν δεσμευμένη με άλλον όπως του εκμυστηρεύτηκε…
Πριν επιστρέψει, έριξε μια ματιά και σε μια άλλη βιτρίνα και σαγηνεύτηκε από ένα άλλο φουστάνι. Το φαντάστηκε πάνω της, σκέφτηκε να το πάρει κι αυτό, αλλά τα οικονομικά της δεν της το επέτρεπαν. Το άφησε για μιαν άλλη φορά… Αν υπήρχε βέβαια, ακόμη.
Γύρισε χαρούμενη σπίτι. Αλλά μόλις αντίκρυσε την τιγκαρισμένη ντουλάπα, άρχισε να ζορίζεται πού θα έβαζε το καινούργιο ρούχο. Το έβαλε με τα χίλια ζόρια, αφού ποζάρισε για λίγο στον καθρέφτη. Έκλεισε την ντουλάπα συλλογισμένη.
«Και που έχω τόσα ρούχα και τόσα παπούτσια, πότε, και πού θα τα βάλω;» σκέφτηκε κάποια στιγμή μελαγχολικά. Οι έξοδοί της τον τελευταίο καιρό ήταν λιγοστές. Δεν ταίριαζαν οι ώρες με τον δικό της που δούλευε και ταξίδευε πολύ, οι φίλες της ήταν απασχολημένες με δουλειές και παιδιά, και σε κάποιες εξόδους, έφτασε να βάζει σχεδόν τα ίδια και τα ίδια… ενώ είχε τόσα καινούργια, αφόρετα.
Οι τουαλέτες και τα ακριβά συνολάκια έμεναν αφόρετα στη ντουλάπα. Για ποιον; Για πότε; Για πού; συχνά διερωτώταν. Η ντουλάπα γέμιζε, τα ρούχα στοιβάζονταν, μερικές φορές τσαλακώνονταν το ένα δίπλα στο άλλο, μερικά πέφταν από πίσω, κι αυτή συνέχιζε να αγοράζει ρούχα, να αγοράζει, να αγοράζει, και κάποια απ’ αυτά σίγουρα, δεν θα τα φορούσε ποτέ…
Βρέθηκε σε δίλημμα:
‘Πρέπει να πάψω να αγοράζω καινούργια, ή πρέπει να δώσω κάποια ρούχα που δεν χρειάζομαι’. Δύσκολη απόφαση. Δύσκολο πράγμα να ξεκαθαρίσεις τη ντουλάπα σου, να βάλεις τάξη και οργάνωση. Να ξεκαθαρίσεις, τι θα κρατήσεις, τι θα δωρήσεις, τι θα πετάξεις… τι θα…
«Μοιάζει με τις σκέψεις στο μυαλό», της είπε μια διαβασμένη φίλη της. Έτσι είχε διαβάσει σ’ ένα βιβλίο ψυχολόγου. Πρέπει πρώτα να τακτοποιήσεις το μυαλό σου, να αποβάλλεις τις εμμονές σου με τα ρούχα. Όταν ταχτοποιήσεις και ξεκαθαρίσεις το μυαλό σου, θα σου μείνει ανοιχτός χώρος για να δεις τι θα κρατήσεις από την τιγκαρισμένη ντουλάπα. Και τι θα πετάξεις απ’ το μυαλό σου πρώτα.
“Μια ντουλάπα τιγκαρισμένη”
Γράφει ο Δημήτρης Τσινικόπουλος
Via Ομφαλός της γης
