Κυριάκος Μπερμπερίδης
«Οπρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα», λένε σοφά οι Αμερικανοί, αξίωμα που εκτός από τον αθλητισμό ισχύει κατά μείζονα λόγο και στην πολιτική.
Και εδώ και πάνω από μια δεκαετία, όλες οι μετρήσεις βγάζουν πρώτο τον Μητσοτάκη.
Μετρήσεις που επιβεβαιώθηκαν άλλωστε εμφαντικά και σε τρεις εθνικές εκλογές όπου κατέγραψε ποσοστά κοντά ή πάνω από 40%.
Και με μια σχεδόν οκταετία στην κυβέρνηση, και παρά τη φθορά της εξουσίας, εξακολουθεί να καταγράφει 30%+ στις δημοσκοπήσεις, με τον δεύτερο να αγκομαχάει και να είναι από 13 έως και 15 ολόκληρες μονάδες πίσω.
Πρόκειται για γεγονός πρωτοφανές στη Μεταπολίτευση που δεν είναι όμως ανεξήγητο.
Οι μνήμες της κυβέρνησης Σύριζα/Ανελ με τις κλειστές τράπεζες, το φέσωμα της χώρας με επιπλέον 100 δισ. ευρώ, την υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας, τις μηχανορραφίες στην υπόθεση Νοβάρτις, τη χειραγώγηση των ΜΜΕ και της Δικαιοσύνης, το χάιδεμα των τρομοκρατών με τις άδειες στον Κουφοντίνα, την αλλαγή του ποινικού κώδικα μια μόλις εβδομάδα πριν τις εκλογές του ’19 για να εξοφληθούν γραμμάτια και άλλα τέτοια ανδραγαθήματα, είναι ακόμα νωπές.
Όπως και η άθλια αντιπολίτευση την τετραετία 2019-23, με το υγειονομικό σαμποτάζ και το κλείσιμο του ματιού στους αντιεμβολιαστές, τα όχι σε όλα με την καταψήφιση ακόμα και των αμυντικών δαπανών, το χυδαίο «Μητσοτάκη γαμ@εσαι».
Όλα αυτά άλλωστε γκρέμισαν τον Σύριζα και από το υψηλότατο 32% του ’23, τον πήγαν πρώτα στο 20%, μετά στο 18%, μετά στις τρεις διασπάσεις και μετά στα δημοσκοπικά αζήτητα, δημιουργώντας έτσι ένα τεράστιο πολιτικό κενό.
Ένα κενό που θα’ πρεπε κανονικά να είναι θείο δώρο για το ΠΑΣΟΚ και χρυσή ευκαιρία για την πολιτική του ανάταση. Το γεγονός ότι την ευκαιρία αυτή την πέταξαν στα σκουπίδια, θα’πρεπε να προβληματίσει τους ίδιους πρώτα. Γιατί με το δεδομένο ότι υπάρχει ώσμωση ανάμεσα στους δυο χώρους, δεν περνάει απαρατήρητο ότι ενώ μεταξύ 2019 και 2023 ο Σύριζα έχασε 14 μονάδες, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε μόνο 3,5.
Ενώ και παρά το γεγονός ότι το νέο εγχείρημα Τσίπρα μετράει λίγους μόνο μήνες ζωής και ο ίδιος και οι άνθρωποί του έχουν υποπέσει σε αναρίθμητες γκάφες, το κόμμα του εξακολουθεί να προηγείται του ΠΑΣΟΚ, έστω κι αν αυτή η διαφορά βαίνει μειούμενη.
Φαίνεται πως στο ΠΑΣΟΚ δεν έβγαλαν τα αναγκαία συμπεράσματα και επιχειρούν να κάνουν πολιτική πολύ πάνω από το μπόι τους. Από το «ισχυρό διψήφιο με τη ΝΔ στην αντιπολίτευση» στις εκλογές του ’23, προτάσσουν τώρα το «πρώτοι έστω και με μια ψήφο διαφορά» που δεν προκύπτει από πουθενά και μιλούν αόριστα για μια «προοδευτική διακυβέρνηση».
Και όταν τους ρωτάς με ποιους θα συγκυβερνήσουν, μασάνε τα λόγια τους και στρίβουν δια του αρραβώνος. Αλλά έτσι δεν γίνεται δουλειά. Οι νοικοκυραίοι μπορεί να γκρινιάζουν αλλά θέλουν ταυτόχρονα αξιοπρεπή δημόσια υγεία, καλά σχολεία, δουλειές για τους ίδιους και τα παιδιά τους, σιγουριά και προοπτική. Και προπαντός όχι αστάθεια, ακυβερνησία και περιπέτειες.
Και όλα αυτά ούτε ο Τσίπρας μπορεί να τα εγγυηθεί αλλά ούτε κι ο Ανδρουλάκης με τα θολά μηνύματα.
Ο Μητσοτάκης μπορεί να βαρύνεται με κάποια λάθη και αστοχίες, αλλά στην Οικονομία, την Άμυνα, την Υγεία, την Παιδεία, την Ψηφιοποίηση και τον Πολιτισμό, πήγε τη χώρα από αρκετά έως και πολλά βήματα μπροστά. Κι αυτό εξηγεί με το παραπάνω και την πολιτική του κυριαρχία.
Και όσα παράπονα κι αν έχει κανείς, αν γυρίσει το κεφάλι πίσω θα δει μια χαοτική αντιπολίτευση που δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδάρων άχυρα, τη στιγμή που ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ ξεκατινιάζονται καθημερινά μεταξύ τους με έπαθλο απλά τη δεύτερη θέση.
Ξεκατίνιασμα που έχει ωστόσο στο βάθος του μια ουσιώδη αιτία. Γιατί αν «ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα», ο τρίτος θα αντιμετωπίσει σίγουρα υπαρξιακό πρόβλημα.
Και αν τρίτος είναι ο Ανδρουλάκης, την επόμενη μέρα θα τεθεί θέμα ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ και πιθανότατα ο ίδιος θα κουνήσει μαντήλι. Και δεν φύγει με το καλό τότε θα καταλήξει να αρχηγεύει σ’ ένα κόμμα- πουκάμισο αδειανό.
Η μάχη λοιπόν προβλέπεται σκληρή και αδυσώπητη. Και είμαστε ακόμα στην αρχή.
