ΝΙΑΤΑ … 97 ΕΤΩΝ !

ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ

Υπάρχει ένας χώρος όπου οι έννοιες «κυνήγι» και «τρόπος ζωής» είναι απολύτως ταυτόσημες.
Ο «μεγαλύτερος» Έλληνας Κυνηγος βρίσκεται εκεί….
Δέκα ώρες περπάτημα χώριζε εκείνα τα χρόνια το Χωριο από την πόλη.
Τα δεδομένα για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να άλλαξαν , αλλά τα σημάδια που άφησαν οι « σκληρές» δεκαετίες του εικοστού αιώνα στις ψυχές των ανθρώπων τους παραμένουν ανεξίτηλα. Σταθερά μάχιμος, ο συνταξιούχος Ταχυδρομος ο μπάρμπα Γεράσιμος, δεν είναι ο τυπικός Κυνηγος της υπαίθρου μας.
Εξακολουθεί να συχνάζει στις οικείες από το παρελθόν τοποθεσίες, σε αναζητηση του αγαπημένου του θηράματος, του λαγού. Περπατάει με τις ώρες. Ανηφορίζει στα ίδια, χιλιοπερπατημενα μονοπάτια, περιχαρής για το δώρο αυτής της δυνατότητας. « Χωρίς καμία δόση υπερβολής, ζει κυριολεκτικά για το κυνήγι», λέει ο μπάρμπα Λαζαρος φίλος του.
Τον μπάρμπα Γεράσιμο τον γνώρισα στην ορεινή Ναυπακτία , εκεί κοντά στο τζάκι άρχισε η συζήτηση. Και η συζήτηση κυλάει αβίαστα. « Η δουλεια μου απαιτούσε πολύωρες , επίπονες καθημερινές πεζοπορίες σε μονοπάτια και κακοτράχαλους δρόμους ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Με μοναδικό εξοπλισμό μια κάπα και την ομπρέλα. Απολαμβάνω και τώρα το περπάτημα , όσο ελάχιστα άλλα πράγματα. Από την άλλη ήμουν πάντοτε μετρημένος. Δεν κάπνισα ούτε μέθυσα ποτέ μου, ενώ παράλληλα εξακολουθώ να καταναλώνω ελάχιστο κρέας. Πίνω δυο ποτηράκια κρασί την ημέρα μαζί με τα γεύματα και αυτό είναι όλο. Δεν αισθάνομαι ότι στερούμαι κάτι αφού αυτές τις συνήθειες είχα ανέκαθεν. Ήμουν φυσικά και τυχερός» εξηγεί με νηφαλιότητα ο σχεδόν αιωνόβιος λαγοκυνηγός που βγήκε στη σύνταξη το 1977.
« Θυμάμαι σαν τώρα το πρώτο μου λαγό. Ήμουν δεκαέξι χρόνων και το Χωριο ήταν πνιγμένο στο χιόνι. Ο τόπος ήταν τότε γεμάτος από δαύτους και τα σκυλιά τους έβγαζαν για πλάκα. Ουδέν κακό αμιγές καλού,βέβαια. Τα πολλά θηράματα μπέρδευαν τα σκυλιά που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τον ντορό.
Στις ημέρες μας υπάρχουν σημαντικά λιγότεροι λαγοί, αλλά βγαίνουν ευκολότερα», συνοψίζει ο μπάρμπα Γεράσιμος την ώρα που ψήνει τον καφέ τον πατροπαράδοτο καφεδάκι.
Ο μπάρμπα Γεράσιμος ευτύχησε να δει τέσσερα παιδιά, έξι εγγόνια και τρία δισέγγονα, αλλά τώρα ζει μόνος του.
Οι διηγήσεις αξιομνημόνευτων περιστατικών δίνουν και παίρνουν .
-«Μου αρέσει το κυνήγι με παρέα, δεν με ενδιαφέρει να κρατήσω το θήραμα. Προτιμούσα τη συντροφιά των άλλων κυνηγων ακόμη και τα παλιά χρόνια που κυνηγούσαμε ακόμα για την τροφή. Άφηνα τότε τους λαγούς που έπαιρνα σε φίλους στα χωριά. Χρησιμοποιώ ένα και μοναδικό σκυλί γιατί πιστεύω ότι έτσι εχεις καλύτερο έλεγχο»,συνεχίζει ο πολύπειρος βετεράνος.
« Πολλοί πιστεύουν ότι τα περισσότερα σκυλιά αυξάνουν τις πιθανότητες να βγει ο λαγός, αλλά αυτό είναι συζητήσιμο, αφού δεν ξέρεις ποτέ και που ακριβώς θα φανεί». «Όλοι οι παλιοί δούλευαν μ’ έναν σκύλο που πολλές φορές ήταν ο μοναδικός του χωριού.
Αυτός που είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει όπλο και να εκπαίδευση σκύλο, δάνειζε το δίδυμο στους άλλους συγχωριανούς που ήθελαν να πάνε για κυνήγι», λέει με σημασία ο μπάρμπα Γεράσιμος . «Τότε βέβαια δεν υπήρχε καμία απαγόρευση για τον λαγό, αλλά ούτε και ασυδοσία. Έπαιρνες έναν λαγό και έφευγες γιατί είχες μπροστά σου δουλειές, υποχρεώσεις και αδιάκοπο αγώνα».
Άφησε το πατρικό σπιτι σε ηλικία 11 χρονών και τα μάτια του είδαν αρκετά. Από το διαμπερές τραύμα στο πόδι στο Αλβανικό μέτωπο μέχρι τις διαρκείς μαχες της επιβίωσης. Οι κινήσεις του κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου είναι τώρα συγκεκριμένες . Ξυπνάει στις τρεις το πρωί και ασχολείται με τα σκυλιά μόλις ξημερώσει. « Τα ταΐζω, τα ποτίζω και τα βγάζω έξω να παίξουν, να ευχαριστηθούν.
Πίνω ένα ποτήρι γάλα κατά τις εννιά και πηγαίνω με τα πόδια στο καφενέ. Η συζήτηση στο καφενείο περιστρέφεται γύρω από το κυνήγι. Ήμουν και παραμένω ακροατής, προτιμώ να ακούω τους άλλος να μιλάνε. Δεν πήγα ποτέ στον γιο μου στην Αμερική γιατί δεν μου πήγαινε η καρδιά να αφήσω κάπου αλλού τα σκυλιά», εξομολογείται με ασυνήθιστη τρυφερότητα ο « μεγαλύτερος» ίσως Κυνηγος της πατρίδας μας.
Βγαίνουμε έξω στην αυλή. Ο μπάρμπα Γεράσιμος δείχνει προς το αγαπημένο του ύψωμα, το βουνό Ριγάνι. « Παλιά περπατούσα περίπου τρεις ώρες για να προσεγγίσω την Παλιοσκαλα, το Νερόκαστρο και την Αγία Κυριακή . Γέμισαν τον τόπο δρόμους και ανεμογεννήτριες αλλά, όποτε το επιτρέπει ο καιρός, ανηφορίζω. Οι λαγοί συχνάζουν πάντα στα ίδια σημεία. Το ιδιο και «εγώ», καταλήγει γελώντας ο « παππούς».
«Εάν δεν κυνηγούσα, θα είχα πιάσει…ίσκιο», καταλήγει !

Σχετικές δημοσιεύσεις