Οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Κίνας παρουσιάζονται συχνά ως αποτέλεσμα των εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα μετά την κινεζική επένδυση στο λιμάνι του Πειραιά και την ένταξη της Ελλάδας στην πρωτοβουλία «Belt and Road». Ωστόσο, η ιστορική έρευνα δείχνει ότι οι δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών έχουν πολύ βαθύτερες ρίζες. Ηδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, Ελληνες έμποροι και εφοπλιστές είχαν δημιουργήσει δίκτυα εμπορίου στην Ανατολική Ασία, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητές μεταξύ κινεζικών αγορών, ευρωπαϊκού κεφαλαίου και ιαπωνικών ναυτιλιακών εταιρειών. Η περίπτωση του Εμμανουήλ Γιαννουλάτου και της εταιρείας Yannoulatos Bros. αποκαλύπτει έναν λιγότερο γνωστό κόσμο παγκόσμιας επιχειρηματικότητας, στον οποίο μικρές διασπορικές κοινότητες μπορούσαν να αποκτήσουν σημαντική επιρροή.
Οταν ο Γιαννουλάτος έφθασε στην Κίνα το 1906, σε ηλικία μόλις 19 ετών, η χώρα βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο. Τα λεγόμενα treaty ports –λιμάνια που είχαν ανοίξει στο διεθνές εμπόριο μετά τους πολέμους του οπίου και τις άνισες συνθήκες του 19ου αιώνα– αποτελούσαν χώρους όπου συνυπήρχαν διαφορετικά νομικά καθεστώτα και οικονομικά συμφέροντα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μικρές κοινότητες της διασποράς μπορούσαν να αναλάβουν ρόλους δυσανάλογους προς το μέγεθός τους. Οι Ελληνες της Κίνας αριθμούσαν μόλις μερικές εκατοντάδες άτομα, αλλά δραστηριοποιούνταν σε τομείς που απαιτούσαν κινητικότητα, διεθνείς επαφές και διαπραγματευτικές δεξιότητες. Η ναυτιλία, το εμπόριο και η διαμεσολάβηση αποτελούσαν παραδοσιακά πεδία δράσης των ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίες είχαν ήδη εμπειρία από τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Η πρώτη «βάση»
Ο Γιαννουλάτος εγκαταστάθηκε αρχικά στο Τσεφού, σημαντικό κέντρο παραγωγής μεταξιού στην επαρχία Σαντόνγκ. Το μετάξι αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Κίνας και είχε μεγάλη ζήτηση στις αγορές της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμμετοχή του στον συνεταιρισμό China Merchants Pongee Association τον έφερε σε επαφή με τοπικούς παραγωγούς, εμπόρους και αξιωματούχους, επιτρέποντάς του να αποκτήσει πολύτιμη γνώση των εμπορικών μηχανισμών της περιοχής.

Αντιλαμβανόμενος ότι το εμπόριο εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη μεταφορά των προϊόντων, ίδρυσε μαζί με τον αδελφό του Παύλο την εταιρεία Yannoulatos Bros. Με αυτόν τον τρόπο η οικογένεια δεν θα περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση μεταξύ παραγωγών και αγοραστών, αλλά θα συμμετείχε ενεργά και στη ναυτιλιακή διαδικασία.
Η μετέπειτα μετακόμιση του Γιαννουλάτου στη Σαγκάη αποτέλεσε καθοριστικό βήμα. Εκεί ανέπτυξε σχέσεις με ένα ευρύ φάσμα εμπορικών και θεσμικών φορέων, εντάσσοντας την επιχείρησή του σε ένα πολυεπίπεδο δίκτυο διασυνδέσεων μεταξύ ευρωπαϊκών, αμερικανικών και ασιατικών επιχειρηματικών κύκλων. Σύμφωνα με στοιχεία της North China Herald και του περιοδικού Men of Shanghai, συμμετείχε σε οργανισμούς όπως το American Chamber of Commerce, το French Chamber of Commerce, η Shanghai Fire Insurance Association, καθώς και σε ενώσεις εξαγωγέων μεταξιού, οι οποίες διαδραμάτιζαν κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών και της ασφάλισης φορτίων στην πόλη.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλιακής παρουσίας στην Ανατολική Ασία τον οδήγησε σε συνεργασία με μεγάλες ιαπωνικές εταιρείες μεταφορών, όπως η Mitsui Bussan Kaisha και η Yamashita Steamship Company, οι οποίες ναύλωναν ελληνικά φορτηγά πλοία για τη μεταφορά σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα προς τα λιμάνια της Ανατολικής Ασίας, όπως το Νταλιάν, η Σαγκάη και το Βλαδιβοστόκ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του China Press και του ναυτιλιακού περιοδικού «Ναυτικά Χρονικά», ο Γιαννουλάτος λειτουργούσε ως τοπικός πράκτορας για ελληνικά πλοία που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός νέου θαλάσσιου διαδρόμου που συνέδεε τη Μεσόγειο με τον Ειρηνικό.
Η περίοδος αυτή χαρακτηριζόταν από σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στην Κίνα. Μετά την πτώση της δυναστείας Τσινγκ το 1912 και την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κίνας, οι νέες κυβερνήσεις επιδίωξαν να επαναδιαπραγματευθούν τις άνισες συνθήκες του 19ου αιώνα. Η συνθήκη φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Κίνας το 1929 εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια, καθώς η κινεζική διπλωματία επιδίωκε να δημιουργήσει πιο ισότιμες σχέσεις με μικρότερες εμπορικές χώρες.
Ο Εμμανουήλ Γιαννουλάτος λειτουργούσε ως τοπικός πράκτορας για ελληνικά πλοία που δραστηριοποιούνταν στην Ανατολική Ασία, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός νέου θαλάσσιου διαδρόμου που συνέδεε τη Μεσόγειο με τον Ειρηνικό.
Στο πλαίσιο της ελληνικής κοινότητας της Σαγκάης, ο Γιαννουλάτος διαδραμάτισε ενεργό ρόλο σε συλλόγους και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές παρείχαν οικονομική βοήθεια σε Ελληνες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πολέμων και της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα λειτουργούσαν ως φορείς εκπροσώπησης της κοινότητας απέναντι στις τοπικές αρχές.
Οι ανταγωνιστές
Το 1933 προτάθηκε για τη θέση του επίτιμου αντιπροξένου της Ελλάδας στη Σαγκάη εν αναμονή αποστολής Ελληνα προξένου από την Ελλάδα. Η υποψηφιότητά του όμως δεν έγινε ομόφωνα αποδεκτή. Ανταγωνιστές εντός της ελληνικής κοινότητας υποστήριξαν ότι οι εμπορικές σχέσεις του με ιαπωνικές εταιρείες, όπως η Mitsui Bussan Kaisha και η Yamashita Steamship Company, δημιουργούσαν πολιτικούς κινδύνους σε μια περίοδο κατά την οποία η ένταση μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας είχε ήδη κλιμακωθεί μετά την ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία το 1931.

Η αμφισβήτηση της υποψηφιότητάς του πρέπει επίσης να ιδωθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής οικονομίας της Σαγκάης του Μεσοπολέμου, μιας πόλης όπου η οικονομική ανάπτυξη συνυπήρχε με εκτεταμένη παραοικονομία και έντονο ανταγωνισμό μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δικτύων εξουσίας. Η ύπαρξη πολλαπλών δικαιοδοσιών –κινεζικών, αποικιακών και προξενικών– δημιουργούσε ευκαιρίες για επιχειρηματίες που μπορούσαν να κινηθούν μεταξύ διαφορετικών νομικών πλαισίων, αλλά ταυτόχρονα τους εξέθετε σε υποψίες συνεργασίας με δίκτυα λαθρεμπορίου και πολιτικής διαμεσολάβησης. Οι έρευνες των κινεζικών αρχών της Σαγκάης τη δεκαετία του 1930 συνδέουν επανειλημμένως μέλη της ελληνικής κοινότητας με διεθνή κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών και όπλων, κάποιοι εκ των οποίων υπήρξαν στενοί συνεργάτες του Γιαννουλάτου και δραστηριοποιούνταν μεταξύ της Γαλλικής Παροικίας στη Σαγκάη, της Κωνσταντινούπολης και των ιαπωνικών λιμανιών.
Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι η επιχειρηματική δράση του Γιαννουλάτου αναπτυσσόταν σε ένα περιβάλλον όπου τα όρια μεταξύ νόμιμου εμπορίου, πολιτικής επιρροής και παράτυπων δικτύων ήταν συχνά δυσδιάκριτα. Οι ίδιες ναυτιλιακές διαδρομές που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Ανατολική Ασία μπορούσαν επίσης να αξιοποιηθούν από δίκτυα λαθρεμπορίου, ενώ η συνεργασία με ιαπωνικές εταιρείες αποκτούσε ιδιαίτερη ευαισθησία σε μια περίοδο αυξανόμενου εθνικισμού και οικονομικών μποϊκοτάζ στην Κίνα. Πέραν των ψιθύρων που δημιούργησε η έρευνα γύρω από τον Γιαννουλάτο, άμεση ανάμειξή του σε λαθρεμπόριο δεν προέκυψε από τις κινεζικές αρχές και έτσι η κινεζική κυβέρνηση έδωσε τη συγκατάθεσή της στην πρόσληψή του ως επίτιμου αντιπροξένου της Ελλάδας στη Σαγκάη τον Ιούνιο του 1934.
To πρώτο πλοίο
Την ίδια περίοδο, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας στην Ανατολική Ασία κινούνταν με γοργούς ρυθμούς. Ενα χρόνο μετά τα εγκαίνια του ελληνικού προξενείου στη Σαγκάη, το πρώτο πλοίο με ελληνική σημαία θα έπλεε στον ποταμό Γιανγκτσέ, τον μεγαλύτερο της Κίνας. Ο Γιαννουλάτος παράλληλα ίδρυσε την China Hellenic Lines με γραφεία στη Σαγκάη, στο Λονδίνο, στον Πειραιά, στο Νταλιάν και στο Κόμπε. Η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε στον συντονισμό επενδύσεων Ελλήνων πλοιοκτητών και δημιούργησε νέα δρομολόγια που συνέδεαν τη Μεσόγειο με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Σε συνέντευξή του στην China Press, ο Γιαννουλάτος δήλωσε ότι μέχρι το τέλος του 1935 περίμενε τουλάχιστον 40 ελληνικά ατμόπλοια να έρθουν από την Ευρώπη για εμπόριο στην Κίνα και στην Ιαπωνία.
Ομως η έναρξη του Σινοϊαπωνικού Πολέμου το 1937 άλλαξε δραματικά το περιβάλλον. Οι εμπορικές σχέσεις με ιαπωνικές εταιρείες έγιναν πολιτικά ευαίσθητες και οι θαλάσσιες μεταφορές επηρεάστηκαν από στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντως το γεγονός ότι ακόμη και εν μέσω αυτών των δραματικών αλλαγών ο Γιαννουλάτος εξακολούθησε να παίζει ρόλο μεσάζοντα μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας, αν και όχι πλέον με την επιχειρηματική ιδιότητά του, αλλά με τη θεσμική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα περιστατικό το 1939, όταν κλήθηκε να συνδράμει στη μεταφορά εμπιστευτικής επικοινωνίας που σχετιζόταν με ιαπωνικές προτάσεις προσέγγισης προς την εθνικιστική κυβέρνηση στο Τσοντσίνγκ και συγκεκριμένα προς τον Τσιάνγκ Κάι Σεκ. Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι κάπως συγκεχυμένα αναφορικά με το περιεχόμενο της επικοινωνίας, παρ’ όλα αυτά δείχνουν ότι ο Γιαννουλάτος, μέσω στενού συνεργάτη του στην Τσοντσίνγκ, χρησιμοποιήθηκε ως ενδιάμεσος φορέας επικοινωνίας, αξιοποιώντας τη σχετική ουδετερότητα που προσέδιδε η προέλευσή τους από μια μικρή ναυτιλιακή χώρα χωρίς αποικιακές επιδιώξεις και παρελθόν στην Ανατολική Ασία.
Το πλήγμα του πολέμου
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η συστράτευση της Ελλάδας με τους Συμμάχους επέφερε περαιτέρω σοβαρά πλήγματα στις επιχειρήσεις των Γιαννουλάτων. Κατά τη διάρκειά του, πλοία της China Hellenic Lines καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν από τους Ιάπωνες στα λεγόμενα hell ships μεταφέροντας αιχμαλώτους πολέμου. Μετά το πέρας του πολέμου οι συνθήκες στην Κίνα δεν υπήρξαν ξανά ευνοϊκές για τους Γιαννουλάτους, αφού η επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1949 οδήγησε στην αποχώρηση πολλών ξένων επιχειρηματιών από τη χώρα.

Παρά την τελική υποχώρηση των δραστηριοτήτων τους, η πορεία των αδελφών Γιαννουλάτου φωτίζει μια λιγότερο γνωστή διάσταση της παγκόσμιας ιστορίας της ναυτιλίας και της ελληνικής διασποράς. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Κίνα αποτελούσε χώρο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ αυτοκρατορικών δυνάμεων, εθνικών κυβερνήσεων και εμπορικών συμφερόντων, μικρές επιχειρηματικές κοινότητες όπως η ελληνική κατόρθωσαν να ενταχθούν σε σύνθετα δίκτυα που συνέδεαν τη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ειρηνικό. Η δραστηριότητα του Γιαννουλάτου δείχνει ότι η ελληνική ναυτιλία δεν περιοριζόταν στον ατλαντικό κόσμο, αλλά συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση των εμπορικών διαδρομών της Ανατολικής Ασίας ήδη από τον Μεσοπόλεμο.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι θαλάσσιες διαδρομές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας επαναπροσδιορίζονται, η ιστορία των Γιαννουλάτων υπενθυμίζει ότι η σύνδεση Ελλάδας και Κίνας δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας μακράς ιστορικής συνέχειας. Πολύ πριν από τις σύγχρονες επενδύσεις και τις γεωπολιτικές πρωτοβουλίες του 21ου αιώνα, Ελληνες επιχειρηματίες είχαν ήδη συμβάλει στη διαμόρφωση των εμπορικών και ναυτιλιακών γεφυρών που εξακολουθούν να συνδέουν τη Μεσόγειο με την Ανατολική Ασία.
*Ο δρ Γιώργος Μωραΐτης διδάσκει Κινεζική Ιστορία στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και είναι συνεργάτης του Κέντρου Ναυτιλιακής Ιστορίας ΙΜΣ – ΙΤΕ και του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ). Η έρευνά του για τους αδελφούς Γιαννουλάτου χρηματοδοτήθηκε από το IDIS China Program.
