Από τον ΟΗΕ στον Σι Τζινπίνγκ – Η εβδομάδα που ανέδειξε τα όρια της ισχύος του Τραμπ


Ηταν μια εβδομάδα σχεδιασμένη ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής. Μίλησε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, υποδέχθηκε τον Σι Τζινπίνγκ στον Λευκό Οίκο και επιχείρησε να προβάλει μία εικόνα αποφασιστικής αμερικανικής ηγεσίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, αυτή η έντονη διπλωματική κινητικότητα δεν κατάφερε να ανατρέψει την εικόνα που διαμορφώνεται μεταξύ αρκετών αναλυτών: ενός προέδρου που βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Στο φόντο βρίσκονται ο παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν, η άνοδος των τιμών της βενζίνης στις ΗΠΑ, η πτώση της δημοτικότητάς του, οι εντάσεις με συμμάχους και η ολοένα πιο έντονη κινεζική πρόκληση στην τεχνητή νοημοσύνη.

Η εκτίμηση του Reuters είναι ότι ο Τραμπ συναντά πλέον μεγαλύτερη αντίσταση από ξένους ηγέτες, από τη Μέση Ανατολή έως το Ουκρανικό, σε μια περίοδο κατά την οποία πλησιάζουν και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, με πιθανές συνέπειες για τα πολιτικά περιθώρια κινήσεών του.

Η επίδειξη ισχύος από το βήμα του ΟΗΕ

Η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στη Γενική Συνέλευση ήταν, πάντως, μια υπενθύμιση του πόσο δραστικά έχει αλλάξει την αμερικανική εξωτερική πολιτική με την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών απείλησε εκ νέου το Ιράν με «αφανισμό» εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, υπερασπίστηκε την πολιτική καταναγκασμού που ακολουθεί έναντι της Βενεζουέλας και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αξιοποίησης της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος για την επίτευξη των διεθνών στόχων του.

Η σκληρή αυτή ρητορική, όμως, ακολούθησε μια πολύ διαφορετική εικόνα στη συνάντηση της Πέμπτης (24/09) με τον Σι Τζινπίνγκ.

Η συνάντηση με τον Σι και τα περιορισμένα αποτελέσματα

Το Reuters περιγράφει την επίσημη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου ως πλούσια σε τελετουργία, αλλά με περιορισμένα απτά αποτελέσματα, παρά το εύρος των θεμάτων που βρέθηκαν στην ατζέντα: εμπόριο, τεχνητή νοημοσύνη, Ταϊβάν και Ιράν. Το πιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα ήταν η δίμηνη παράταση της εμπορικής εκεχειρίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, η οποία κανονικά έληγε τον Νοέμβριο.

Ο Τραμπ απέφυγε να αναδείξει δημοσίως τις διαφωνίες των δύο πλευρών. Σύμφωνα, ωστόσο, με κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης που επικαλείται το Reuters, ο Σι τού ζήτησε στις συνομιλίες κεκλεισμένων των θυρών να αντιταχθεί στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Η στάση του Αμερικανού προέδρου απείχε, κατά την ανάλυση, από την προηγούμενη επιθετική προσέγγισή του απέναντι στο Πεκίνο, η οποία στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στους δασμούς.

Ενας παράγοντας που έχει επηρεάσει αυτή την ισορροπία είναι ο κινεζικός έλεγχος στις σπάνιες γαίες, κρίσιμες για τις βιομηχανίες τεχνολογίας και αυτοκινήτων, τις οποίες το Πεκίνο έχει δείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης. Ο Μπρετ Μπρούεν, πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Ομπάμα και επικεφαλής της Global Situation Room, σχολίασε στο Reuters ότι ο Τραμπ επιδιώκει έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχεί η ισχύς, αλλά εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός όταν βρίσκεται απέναντι στον Σι και στην ενισχυμένη κινεζική δύναμη.

Η πιο δύσκολη πρόκληση: Το Ιράν

Πάνω από ολόκληρη τη διπλωματική εβδομάδα, ωστόσο, πλανιόταν ο πόλεμος με το Ιράν. Η σύγκρουση, την οποία οι ΗΠΑ ξεκίνησαν μαζί με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, διαρκεί πλέον σχεδόν επτά μήνες, έχει προκαλέσει αναταράξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό και έχει επεκταθεί σε άλλες περιοχές, πιο πρόσφατα στην Υεμένη και στον θαλάσσιο διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας.

Κατά το Reuters, η συνεχιζόμενη αντίσταση του Ιράν, παρά τις οικονομικές και στρατιωτικές απώλειες που έχει υποστεί, έχει εξελιχθεί στην πιο δύσκολη πρόκληση εξωτερικής πολιτικής της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Ο ίδιος χρησιμοποίησε την ομιλία του στον ΟΗΕ για να υπερασπιστεί την επίθεση κατά του Ιράν και να διακηρύξει ότι η «Αμερική επέστρεψε» πιο ισχυρή από ποτέ.

Το Reuters αντιπαραβάλλει αυτή την εικόνα με μια σειρά ανοιχτών μετώπων που έχουν ακολουθήσει τις πρώτες επιτυχίες της κυβέρνησης Τραμπ, στις οποίες συγκαταλέγει την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα και τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι βαθιά αντιδημοφιλής και έχει προκαλέσει διχασμό ακόμη και μέσα στην πολιτική βάση του Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές.

Οι σύμμαχοι που λένε «όχι»

Ακόμη ένα στοιχείο που αναδεικνύει το Reuters είναι η στάση των παραδοσιακών εταίρων της Ουάσιγκτον. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι και Ασιάτες σύμμαχοι έχουν απορρίψει τα αιτήματα του Τραμπ για συνδρομή στον πόλεμο με το Ιράν, μια σύγκρουση που, όπως σημειώνει το πρακτορείο, ξεκίνησε χωρίς προηγούμενη διαβούλευση μαζί τους.

Και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ καταγράφηκαν τοποθετήσεις που εκλήφθηκαν ως έμμεσες απαντήσεις στην πολιτική του. Ο Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε για έναν παγκόσμιο «νόμο της ζούγκλας», αντιπαραβάλλοντας έναν κόσμο ισχύος και καταναγκασμού με μια διεθνή κοινωνία βασισμένη σε κανόνες. Ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, από την πλευρά του, καταδίκασε τις ξένες παρεμβάσεις στις εκλογές της χώρας του και τάχθηκε υπέρ της συνεργασίας αντί της στρατιωτικής πίεσης.

Η απάντηση του Λευκού Οίκου

Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει την εκτίμηση ότι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Αξιωματούχος της αμερικανικής προεδρίας δήλωσε στο Reuters ότι η ομιλία στον ΟΗΕ ανέδειξε τις επιτυχίες του Τραμπ στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων, μεταξύ άλλων -κατά τη θέση της κυβέρνησης- στην αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν. Ο ίδιος αξιωματούχος υποστήριξε επίσης ότι ο Τραμπ ενδιαφέρεται για «αποτελέσματα» και όχι για δημόσιες εντυπώσεις, υποστηρίζοντας ότι όσα ορισμένοι ηγέτες δηλώνουν δημοσίως διαφέρουν από όσα τού λένε ιδιωτικά.

Από την Ουκρανία έως τη Γροιλανδία

Το Reuters εντοπίζει ενδείξεις μεγαλύτερης αντίστασης και σε άλλα μέτωπα. Η προσπάθεια του Τραμπ να πιέσει Ουκρανία και Ρωσία ώστε να συμφωνήσουν έστω σε μια περιορισμένη εκεχειρία για τις ενεργειακές υποδομές δεν απέφερε σημαντική πρόοδο.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε ως επιτυχία τη συμφωνία με τη Δανία και τη Γροιλανδία για διευρυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο αρκτικό νησί. Η τελική συμφωνία, ωστόσο, απείχε από την αρχική απαίτησή του να αποκτήσουν οι ΗΠΑ την κυριότητα της Γροιλανδίας και από την απειλή του να χρησιμοποιήσει, εάν χρειαζόταν, βία απέναντι σε έδαφος που ανήκει σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ.

Ο Ιαν Μπρέμερ, πρόεδρος του Eurasia Group, συνόψισε αυτή την αλλαγή γράφοντας ότι πριν από έναν χρόνο λίγες χώρες τολμούσαν να αντιπαρατεθούν στον Τραμπ, ενώ πλέον Καναδάς, Ευρώπη, Κίνα, Ιράν και Ρωσία εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να του πουν «όχι». Και σε μια στιγμή της ομιλίας του στον ΟΗΕ, όπως παρατηρεί το Reuters, ο ίδιος ο Τραμπ φάνηκε να θέτει το ερώτημα για το εύρος της επιρροής του.

Μιλώντας για την πρότασή του να μετονομαστεί η τεχνητή νοημοσύνη σε «υπερνοημοσύνη», είπε στους παγκόσμιους ηγέτες ότι σύντομα θα φανεί πόση δύναμη διαθέτει πραγματικά.

Με πληροφορίες από Reuters



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις