Φόρτωση Text-to-Speech…
Πιέσεις στο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αναμένεται να δημιουργήσει η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ που προεξοφλείται για την προσεχή εβδομάδα, ανεβάζοντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,5% από 2,25%.
Η νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, που θεωρείται πλέον το επικρατέστερο σενάριο, θα είναι η δεύτερη μέσα στο 2026 και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος χρήματος έχει ήδη αρχίσει να κινείται ανοδικά, τόσο μέσω των τραπεζικών επιτοκίων όσο και μέσω της σημαντικής αύξησης των αποδόσεων στις αγορές ομολόγων.
Καταλύτης για τη νέα κίνηση της ΕΚΤ είναι η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, με αιχμή την ενέργεια και τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που ανέβασαν τον πληθωρισμό τον Αύγουστο στο 3,3% στην Ευρωζώνη και στο 3,7% στην Ελλάδα. Η ING προβλέπει αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, στο 2,50%, αλλά περιγράφει την κίνηση αυτή ως μια «προληπτική» αύξηση, που αποσκοπεί κυρίως στη διαφύλαξη της αξιοπιστίας της ΕΚΤ και στην αποτροπή δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων από το ενεργειακό σοκ. Οπως σημειώνει, οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων έχουν ήδη αυστηροποιήσει σημαντικά τις χρηματοδοτικές συνθήκες.
Ο προβληματισμός επικεντρώνεται στα επιτόκια των νέων στεγαστικών δανείων.
Η νέα αύξηση θα έρθει σε μια περίοδο κατά την οποία τα τραπεζικά επιτόκια στην Ευρωζώνη εμφανίζουν ήδη τις πρώτες ανοδικές πιέσεις. Στην Ελλάδα, το μέσο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο τον Ιούλιο στο 4,67%, με ανοδικές τάσεις σε επιμέρους κατηγορίες, αλλά στα υφιστάμενα δάνεια η αύξηση είναι ήδη σαφής. Το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε στο 4,81% από 4,74% τον Ιούνιο και 4,63% τον Μάιο. Στα υφιστάμενα στεγαστικά άνω των πέντε ετών αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης στο 3,72%, ενώ στα επιχειρηματικά δάνεια αντίστοιχης διάρκειας κατά 7 μονάδες βάσης στο 4,38%.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, ο προβληματισμός επικεντρώνεται στα επιτόκια των νέων στεγαστικών δανείων, τα οποία έχουν υποχωρήσει σημαντικά και αποτελούν την κατηγορία στην οποία τα ελληνικά επιτόκια έχουν ουσιαστικά συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά. Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία που δημοσίευσαν χθες η ΤτΕ και η ΕΚΤ, το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στο 3,53% στην Ελλάδα, έναντι 3,69% στην Ευρωζώνη, υποχωρώντας μάλιστα στην Ελλάδα σε σχέση με τον Ιούνιο, όταν στην Ευρωζώνη κινήθηκε ανοδικά. Με δεδομένο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ότι η πλειονότητα των νέων στεγαστικών χορηγήσεων γίνεται με σταθερό επιτόκιο, το οποίο βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, η συγκεκριμένη κατηγορία θεωρείται από τις πλέον ευάλωτες στην αναμενόμενη άνοδο του κόστους χρήματος.
Μεγαλύτερη παραμένει η απόσταση στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και κυρίως των μικρότερων. Στην Ελλάδα τα νέα επιχειρηματικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου τιμολογούνταν κατά μέσο όρο με 4,21%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το επιτόκιο ήταν 4,45%. Για δάνεια έως 250.000 ευρώ το κόστος έφθασε στο 5,07%, έναντι 3,83% για την αντίστοιχη κατηγορία στην Ευρωζώνη, μια διαφορά 1,24 ποσοστιαίων μονάδων.
Μεγαλύτερη είναι η απόσταση στα καταναλωτικά δάνεια, το μέσο επιτόκιο των οποίων διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στη χώρα μας στο 10,45%, όταν στην Ευρωζώνη το επιτόκιο των νέων καταναλωτικών δανείων ήταν 7,60%.
