Στο 1,5 δισ. τα νέα στεγαστικά δάνεια το πρώτο εξάμηνο


Φόρτωση Text-to-Speech…

Νέα στεγαστικά δάνεια ύψους 1,5 δισ. ευρώ χορήγησαν το α΄ εξάμηνο του 2026 οι τράπεζες, με ένα στα τρία από αυτά να είναι εκταμίευση του προγράμματος «Σπίτι Μου ΙΙ». Περί τα 950 εκατ. ευρώ ήταν οι εκταμιεύσεις νέων στεγαστικών δανείων που δεν συνδέονται με κάποιο πρόγραμμα, ποσό αυξημένο κατά 18% περίπου σε σχέση με το 2025. Αλλα 500 εκατ. ήταν οι εκταμιεύσεις μέσω του προγράμματος «Σπίτι Μου» και άλλα 80 εκατ. ευρώ οι εκταμιεύσεις μέσω του προγράμματος «Εξοικονομώ», ανεβάζοντας τις συνολικές χορηγήσεις στεγαστικών στο 1,55 δισ. ευρώ. Συνολικά, σύμφωνα με στοιχεία της «Κ», το α΄ εξάμηνο του έτους εκταμιεύτηκαν 32.000 δάνεια και από αυτά:

– 11.000 περίπου ήταν στεγαστικά χωρίς επιδότηση.

– 5.000 περίπου δάνεια εκταμιεύτηκαν μέσω του προγράμματος «Σπίτι Μου ΙΙ» και

– 16.000 μέσω του προγράμματος «Εξοικονομώ» ή άλλων προγραμμάτων.

Παρά την ανάκαμψη των εκταμιεύσεων, αυτή δεν στάθηκε αρκετή να ανακόψει τη συρρίκνωση των υπολοίπων στεγαστικής πίστης που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, παρά το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που υφίσταται στη χώρα μας. Αιτία είναι το πάγωμα της αγοράς στεγαστικών δανείων επί μία δεκαετία σχεδόν, με συνέπεια μετά τις αποπληρωμές παλαιότερων οφειλών τα υπόλοιπα στεγαστικής πίστης να έχουν συρρικνωθεί στα 25,18 δισ. ευρώ. Να σημειωθεί ότι το υψηλότερο επίπεδο είχε παρατηρηθεί το 2010, όταν η αγορά των στεγαστικών δανείων είχε φτάσει στα 81 δισ. ευρώ. Σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, τα στεγαστικά δάνεια –μετά τις αποπληρωμές– αυξήθηκαν μόλις κατά 135 εκατ. ευρώ, παρά τις αυξημένες εκταμιεύσεις του α΄ εξαμήνου.

Ενα από τα βασικά προβλήματα είναι οι υψηλές τιμές των ακινήτων, αλλά, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στις τιμές. Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι ακόμη και για νοικοκυριά με σχετικά ικανοποιητικό εισόδημα, η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση καθίσταται δυσκολότερη λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων, όπως τα υψηλότερα επιτόκια, η χαμηλή αποταμίευση και οι περιορισμοί στον τραπεζικό δανεισμό. Οπως επισημαίνει, η άνοδος των επιτοκίων των τελευταίων ετών αύξησε σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης ενός στεγαστικού δανείου.

Ακόμη όμως και μετά την πτώση των επιτοκίων, η συγκέντρωση της απαιτούμενης ιδίας συμμετοχής εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αγορά κατοικίας. Το ΔΝΤ εξηγεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον οι υψηλότερες δόσεις που έχει προκαλέσει η άνοδος των επιτοκίων τα προηγούμενα χρόνια, αλλά κυρίως ότι οι Ελληνες δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια για την προκαταβολή που ζητούν οι τράπεζες. Να σημειωθεί ότι για την έγκριση ενός στεγαστικού δανείου προϋπόθεση είναι ο δανειολήπτης να διαθέτει τουλάχιστον το 20%-30% της αξίας του ακινήτου με τη μορφή ιδίας συμμετοχής – για νέους η συμμετοχή είναι στο 10%.

Για παράδειγμα, για την αγορά κατοικίας αξίας 250.000 ευρώ, ο υποψήφιος αγοραστής πρέπει να διαθέτει ίδια κεφάλαια της τάξης των 50.000-75.000 ευρώ, ανάλογα με το ποσοστό χρηματοδότησης που εγκρίνει η τράπεζα. Σύμφωνα με την ανάλυση, με δείκτη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα (Debt Service to Income – DSTI) 30% και δείκτη δανείου προς αξία ακινήτου (Loan to Value – LTV) 70%, το διάμεσο ελληνικό νοικοκυριό υπολείπεται κατά περίπου 7% του απαιτούμενου εισοδήματος για να λάβει στεγαστικό δάνειο το 2024, ενώ με LTV 80% η απόκλιση αυξάνεται περίπου στο 17%.

Ουσιαστικά οι οικονομολόγοι του Ταμείου υποστηρίζουν ότι ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των επιτοκίων, η πρόσβαση στην αγορά κατοικίας θα παραμείνει δύσκολη, επειδή τα νοικοκυριά έχουν περιορισμένη αποταμίευση και οι τράπεζες χρηματοδοτούν μόνο μέρος της αξίας του ακινήτου. Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των τιμών με βάση στοιχεία του Spitogatos που αξιοποιεί το ΔΝΤ, προκύπτει ότι το 55% των κατοικιών που διατίθενται προς πώληση κοστίζουν πάνω από 200.000 ευρώ, ενώ μία στις τρεις ξεπερνά τις 280.000 ευρώ.

Στην αγορά ενοικίων, το διάμεσο ζητούμενο μίσθωμα διαμορφώνεται στα περίπου 575 ευρώ τον μήνα σε πανελλαδικό επίπεδο και φτάνει τα 785 ευρώ στην Αττική, επιβεβαιώνοντας ότι η στεγαστική επιβάρυνση είναι εντονότερη στα μεγάλα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με το Ταμείο, από το 2017 έως σήμερα οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85%, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο ενισχύθηκε κατά περίπου 47%. Μόνο από το τέλος του 2020 οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά περίπου 61%, με αποτέλεσμα η απόκτηση κατοικίας να καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η δυσκολία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό αποτυπώνεται και στις προσδοκίες των Ελλήνων για το επίπεδο των επιτοκίων, που όπως εκτιμούν θα παραμείνουν κατά περίπου 2,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (7,2% έναντι 4,9%). Οι εκτιμήσεις αυτές καταγράφονται στην έρευνα Consumer Expectations Survey της ΕΚΤ για τη στέγαση και την πρόσβαση σε πίστωση, που αποτυπώνει τις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών τους προσεχείς 12 μήνες.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις