Η ορεινή οικονομία και η κοινωνιολογία της Πίνδου κατά τους νεότερους χρόνους.

ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Ένα σύστημα είναι ο χώρος από τον Γράμμο μέχρι τη Ναύπακτο που τον διαιρούμε σε τρεις ζώνες.
1η ζώνη
Βουνά: αλπικές εκτάσεις στη Στρογγούλα για παράδειγμα. Είναι η ζώνη των εποχικών οικισμών στην πλειονότητά τους. Μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, που το χειμώνα ακολουθώντας τα ποτάμια, κατεβαίνουν στα πεδινά κατά μήκος των ποταμών.
2η ζώνη:
Της δρυός: ζώνη μόνιμης κατοίκησης, έως 1.000 μέτρα. Σε αυτή αναπτυσσόταν η γεωργία και σταβλική οικονομία. Τα Μαστοροχώρια ανήκουν εδώ αλλά και χωριά των Τζουμέρκων. Λειτουργούσε η πολυκαλλιέργεια, οι ξερολιθιές ως όρια, τα δέντρα, οι θημωνιές και τα κλαδιά για τους στάβλους τον χειμώνα.
Σε αυτό το σύστημα υπήρχε αυτοσυντήρηση και αυτάρκεια που αποτελούσαν τα χαρακτηριστικά της κοινότητας. Μόνο ζάχαρη και αλάτι αγόραζαν απ’ έξω. Όλα τα παρήγαγαν μέσα στα όρια της κοινότητας.
​Βέβαια αν και το χρήμα υπάρχει και κινείται σε αυτές τις κοινωνίες, δεν έχουμε αλλαγή στην παραγωγική δομή τους και μετασχηματισμό. Αυτό έγινε αργότερα όταν ο ανδρικός πληθυσμός άρχισε να λιγοστεύει, αφού το δημογραφικό αδιέξοδο και οι φορολογικοί μηχανισμοί διέλυσαν την αυτάρκεια των ορεινών κοινοτήτων. Οι άντρες αφήνουν τη γεωργία και την κτηνοτροφία στα χέρια των γυναικών.
Για 6-8 μήνες το χρόνο, η 2η ζώνη κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους. Η γυναίκα δεν είχε μόνο την ευθύνη του σπιτιού, αλλά γινόταν ο βασικός διαχειριστής της αγροτικής παραγωγής, των ζώων, των ξερολιθιών και της τοπικής κοινότητας.
Οι άντρες γίνονται πλανόδιοι. Φεύγουν. Η ανάγκη τους έδιωξε. Από την Άνοιξη ίσαμε τον Οκτώβριο, Νοέμβριο. Η ζωή τους οργανώνεται μέσα στα μπουλούκια. Στην αρχή οι σχέσεις μέσα σε αυτά είναι συγγενικές. Αργότερα μπουλούκια φτιάχνονταν με βάση την εξειδίκευση ανά χωριό. Έτσι έχουμε:
Γοργοπόταμος: ταλιαδόροι, ξυλογλύπτες. Η συνήθεια ξεκίνησε από τους τσομπαναραίους να σκαλίζουν τα ξύλινα, τις γκλίτσες τους.
Χιονιάδες: ζωγράφοι.
Πυρσόγιαννη: πετράδες.
Συρράκο: Καποτάδες
Θεσπρωτία: καλαντζήδες, γανωτήδες.
Πωγώνι: βαρελάδες
Όλοι είχαν μια δική τους γλώσσα. Οι πετράδες της Πυρσόγιαννης είχαν τα κουδαρίτικα (από το κουδάρος = χτίστης), οι ζωγράφοι των Χιονιάδων τα μετζήτικα, ενώ αντίστοιχες συνθηματικές διαλέκτους είχαν οι καποτάδες και οι ραφτάδες (π.χ. τα κορακίστικα)
Υπήρχαν και κυρατζήδες, δηλαδή μεταφορείς, αγωγιάτες. Μετέφεραν ξύλα κυρίως από τα βουνά προς τα πεδινά, αλλά και τζαπάνηδες. Αυτοί ήταν κυρίως Ρομά που αγόραζαν και πουλούσαν άλογα.
Οι κυρατζήδες (αγωγιάτες) ήταν η αρτηρία του συστήματος. Σε ένα ορεινό δίκτυο χωρίς αμαξιτούς δρόμους, συνέδεαν την 2η ζώνη με τα αστικά κέντρα της 3ης ζώνης, μεταφέροντας εμπορεύματα, ειδήσεις και το χρήμα της ξενιτιάς. Οι τζαπάνηδες κάλυπταν την κρίσιμη ανάγκη για υποζύγια (άλογα, μουλάρια), τα οποία ήταν τα «φορτηγά» της εποχής.
Οι νέες ιδέες της βιομηχανικής επανάστασης αργότερα ήρθαν να διαλύσουν τα πάντα σε αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της ζωής.
3η ζώνη:
τα Χειμαδιά, οι πεδινές περιοχές. Αυτή αποτελεί τον ζωτικό χώρο για τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους της 1ης (αλπικής) ζώνης. Εκεί κατέβαιναν τα κοπάδια από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο για να ξεχειμωνιάσουν, κλείνοντας τον ετήσιο παραγωγικό κύκλο της ημινομαδικής κτηνοτροφίας. Στην 3η ζώνη αναπτύχθηκαν τα μεγάλα αστικά και ημιαστικά κέντρα της περιοχής (π.χ. Ναύπακτος, Αγρίνιο, Άρτα, Μεσολόγγι), τα οποία λειτουργούσαν ως πύλες εξόδου των προϊόντων, κέντρα διοίκησης και χώροι διεξαγωγής των μεγάλων ετήσιων εμποροπανηγύρεων (παζαριών).
Το σύστημα αυτό της οργάνωσης της ζωής δεν ήταν απλώς ένας τρόπος επιβίωσης, αλλά ένας
αυτορυθμιζόμενος πολιτισμός που ισορροπούσε απόλυτα ανάμεσα στους πόρους του βουνού και τις ανάγκες του κάμπου.
Γνώσεις και φώτα από τον καθηγητή μου, τον Βασίλη Νιτσιάκο.

Σχετικές δημοσιεύσεις