Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Απόστολος Θαδδαίος, Μάρτυς Βάσσα και τα τρία τέκνα αυτής Θεόγνιος, Αγάπιος και Πιστός και Αθανάσιος Γ΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Απόστολος Θαδδαίος
Γνωστός στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και ως Λεββαίος (που σημαίνει «καρδιακός») ή Ιούδας του Ιακώβου στο κατά Λουκάν, για να ξεχωρίζει από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού και συχνά συγχέεται με τον απ. Θαδδαίο των Εβδομήντα. Θεωρείται αδελφός του Ιακώβου του Αδελφοθέου και, κατά μία παράδοση, γιος του Ιωσήφ του Μνήστορος. Στον Μυστικό Δείπνο είναι αυτός που έκανε την ερώτηση στον Χριστό: «Κύριε, πώς έγινε και πρόκειται να φανερώσεις τον εαυτό Σου σε εμάς και όχι στον κόσμο;» (Ιωάννης 14, 22), ενώ μετά την Πεντηκοστή κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, τη Σαμάρεια, την Ιδουμαία, τη Μεσοποταμία και τη Λιβύη. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, μαρτύρησε στην πόλη Εδεσσα της Μεσοποταμίας ή στην Αραράτ της Αρμενίας, όπου τον εκτέλεσαν με τόξα και βέλη. Τέλος, λανθασμένα του αποδίδεται η Καθολική Επιστολή Ιούδα στην Καινή Διαθήκη, μια σύντομη αλλά δυναμική επιστολή κατά των αιρέσεων. Η σύγχυση οφείλεται κυρίως στη Ρωμαιοκαθολική παράδοση, η οποία ιστορικά έτεινε να ταυτίζει τον Αδελφόθεο Ιούδα με τον Απόστολο Θαδδαίο, θεωρώντας ότι οι «αδελφοί του Κυρίου» ήταν στην πραγματικότητα πρώτοι ξάδελφοί Του και μέλη του κύκλου των δώδεκα. Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία διαχωρίζει ξεκάθαρα τα δύο πρόσωπα και τους τιμά σε διαφορετικές ημερομηνίες.
Μάρτυς Βάσσα και τα τρία τέκνα αυτής Θεόγνιος, Αγάπιος και Πιστός

Με καταγωγή από την Εδεσσα της Μακεδονίας, η μάρτυς έζησε στην εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285-311), ο οποίος, έχοντας αποφασίσει να εντείνει το διωγμό των χριστιανών, διεμήνυσε μέσω αγγελιαφόρων σε όλη την επικράτεια ότι με την ευκαιρία των γενεθλίων του έπρεπε όλοι να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς ναούς. Η Βάσσα είχε παντρευτεί ειδωλολάτρη ιερέα, τον Ουαλέριο, με τον οποίο απέκτησε τρεις γιους, τον Θεόγνιο, τον Αγάπιο και τον Πιστό, και, αντίθετα από τον σύζυγό της, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και βάπτισε τους τρεις γιους της. Στην Εδεσσα τότε παρεπιδημούσαν ο ανθύπατος της Ελλάδος Πάμφυλος και ο ανθύπατος και τοποτηρητής Μακεδονίας και Θεσσαλίας Βικεντίνος, οι οποίοι ζήτησαν άμεση εφαρμογή του διατάγματος. Οι ειδωλολάτρες, αλλά και αρκετοί φοβισμένοι χριστιανοί προσήλθαν και θυσίασαν στα είδωλα, όχι όμως και η Βάσσα με τα τρία τέκνα της. Την καταγγελία στις Αρχές έκανε ο ίδιος ο σύζυγός της, με αποτέλεσμα να συλληφθούν αμέσως. Από τα πρώτα βασανιστήρια πέθανε πολύ γρήγορα ο πρωτότοκος Θεόγνιος, λίγο αργότερα ο Αγάπιος και τελευταίοι αποκεφαλίστηκαν ο Πιστός με τη μητέρα του.
Αθανάσιος Γ΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Από τις πιο περιπετειώδεις μορφές της Εκκλησίας του 17ου αι., γνωστός για την πολυκύμαντη ζωή του και την αφθαρσία του λειψάνου του. Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1580 και 1597 στην Αξό Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο της Κρήτης και καταγόταν από την ευγενή οικογένεια των Πατελάρων με κοσμικό όνομα το Αλέξιος. Ελαβε εξαιρετική μόρφωση στο Σιναϊτικό Μετόχι του Χάνδακα (Ηράκλειο), όπου έμαθε φιλοσοφία, θεολογία, φιλολογία ρητορική και άπταιστα λατινικά και πριν από την άνοδό του στα υψηλά αξιώματα εκάρη μοναχός στη Μονή Αρκαδίου της Κρήτης. Ωστόσο, η πνευματική του δίψα τον οδήγησε στο Αγιον Ορος, όπου ασκήτεψε στη Μονή Παντοκράτορος. Η παραμονή του εκεί σφυρηλάτησε τον ησυχαστικό του χαρακτήρα και τη βαθιά εμμονή του στις ορθόδοξες παραδόσεις, κάτι που θα φαινόταν αργότερα στην αντιλατινική του στάση.
Η εποχή του ήταν εξαιρετικά ταραγμένη λόγω των επεμβάσεων των Τούρκων και των εσωτερικών ερίδων στο Φανάρι. Ανέβηκε στον Οικουμενικό Θρόνο τρεις φορές (1634, 1635, 1652), αλλά για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα, ενώ, καθώς οι Τούρκοι απαιτούσαν τεράστια ποσά για την αναγνώριση των Πατριαρχών, αναγκάστηκε να αναζητήσει οικονομική βοήθεια στο εξωτερικό, στη Βενετία αρχικά και αργότερα στη Ρωσία, όπου το 1643 έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον τσάρο Αλέξιο Μιχαήλοβιτς και θεωρήθηκε σημαντικός πνευματικός οδηγός. Εκοιμήθη στις 5 Απριλίου 1654 στη Μονή Μεταμορφώσεως του Λούμπνι, στη σημερινή Ουκρανία, και, σύμφωνα με δική του επιθυμία, ετάφη καθήμενος σε θρόνο, σπάνιο προνόμιο για Πατριάρχες. Μετά από μερικά χρόνια, το 1662, όταν έγινε η ανακομιδή του λειψάνου του, το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο και ευωδιάζον, διατηρώντας μάλιστα την καθήμενη στάση του, και σήμερα φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού στο Χάρκοβο της Ουκρανίας.
Πριν εκλεγεί πατριάρχης, ο Αθανάσιος εκλέχθηκε το 1631 και διετέλεσε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης σε μια δύσκολη περίοδο, καθώς η Μητρόπολη ήταν υπερχρεωμένη λόγω των δυσβάσταχτων τουρκικών φόρων. Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, αναδείχθηκε σε δεινό ιεροκήρυκα, γεγονός που τον έφερε στο προσκήνιο για τον Οικουμενικό Θρόνο ως αξιόπιστη λύση απέναντι στις εσωτερικές διαμάχες των φατριών. Τότε στην Κωνσταντινούπολη, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μέσω των Ιησουιτών, και οι Προτεστάντες προσπαθούσαν να επηρεάσουν το Πατριαρχείο, αλλά, ενώ αρχικά ο Αθανάσιος υποστηρίχθηκε από κύκλους που ήταν αντίθετοι στον Κύριλλο Λούκαρι, που κατηγορούνταν για καλβινισμό, ο Αθανάσιος τάχθηκε σθεναρά κατά της λατινικής προπαγάνδας, αρνούμενος να υποκύψει στις πιέσεις των δυτικών πρεσβειών που ζητούσαν παραχωρήσεις σε δογματικά θέματα. Η αντιλατινική του στάση ήταν άλλος ένας από τους λόγους που αναζήτησε στήριξη στη Ρωσία, θεωρώντας τη το μόνο ισχυρό ορθόδοξο κράτος που μπορούσε να αναχαιτίσει τη δυτική επιρροή στην Ανατολή.
Αν και ο βίος του ήταν γεμάτος διωγμούς και μετακινήσεις, άφησε πίσω του σημαντικό συγγραφικό έργο. Στην Ομολογία Πίστεως εκθέτει με σαφήνεια τα ορθόδοξα δόγματα, αποκρούοντας τις κακοδοξίες της εποχής, διασώζονται κηρύγματα και λόγοι του που διακρίνονται για τη ρητορική τους δεινότητα και τη θεολογική τους ακρίβεια, και συνέθεσε ύμνους και ακολουθίες, καθώς ήταν γνώστης της εκκλησιαστικής μουσικής.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Αλεξάνδρου του εν Ικονίω, οσίου Αβραμίου του εν Σμολένσκ, του μαθητού αυτού Εφραίμ και οσίας Μάρθας του Ντιβένεβο.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
