«Τα πρόσωπα αυτά μετείχαν άμεσα στις προσπάθειες που καταβάλλει το ΔΠΔ για να ερευνά, να συλλαμβάνει, να θέτει υπό κράτηση ή να διώκει αξιωματούχους των οποίων η κυβέρνηση δεν έχει δεχτεί τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ», δήλωσε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο, σε ανακοίνωση, χωρίς να αναφέρει παραδείγματα.
Ο άλλος ανώτερος δικαστικός λειτουργός στον οποίο επιβάλλονται κυρώσεις είναι ο νυν αναπληρωτής εισαγγελέας του ΔΠΔ, ο Σενεγαλέζος Αμπντουλαγέ Σεγέ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες δεν έχουν προσχωρήσει στη διεθνή συνθήκη για την ίδρυση του ΔΠΔ, με έδρα τη Χάγη της Ολλανδίας, έχουν επιβάλει κυρώσεις σε βάρος δικαστών του Δικαστηρίου.
Αυτές οι κυρώσεις απαγορεύουν κυρίως στους δικαστές την είσοδο στη χώρα και εμποδίζουν οποιαδήποτε συναλλαγή επί ακινήτων ή χρηματοοικονομική μαζί τους στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Οι κυρώσεις αυτές αποτελούν σε μεγάλο βαθμό απάντηση στις έρευνες του ΔΠΔ κατά του Ισραήλ, στενού συμμάχου των ΗΠΑ. Το Δικαστήριο εξέδωσε το 2024 εντάλματα σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα.
Η Ουάσινγκτον άρχισε τον Ιούλιο μια μεγάλη διπλωματική επίθεση κατά του ΔΠΔ, κατηγορώντας το ότι απειλεί τους Αμερικανούς και καλώντας τους εταίρους της να αποχωρήσουν από αυτό.
Το Τσαντ αλλά και η Βενεζουέλα, η οποία πλέον είναι κοντά στην Ουάσινγκτον μετά τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, ακολούθησαν πρόσφατα το παράδειγμα των ΗΠΑ, και ο Ρούμπιο δήλωσε πεπεισμένος ότι και άλλες χώρες θα ακολουθήσουν.
Τι απαντά το ΔΠΔ
Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου υπονομεύουν το κράτος δικαίου, δήλωσε το Δικαστήριο.
«Όταν ασκείται πίεση στους δικαστικούς φορείς για να τους εμποδίσει να εφαρμόσουν τον νόμο, η ίδια η διεθνής έννομη τάξη είναι αυτή που τίθεται σε κίνδυνο», πρόσθεσε το ΔΠΔ.
Ακόμη, το ΔΠΔ επισήμανε ότι «τα μέτρα που έχουν στόχο τους δικαστές, τους εισαγγελείς και το προσωπικό που εργάζεται για την εκπλήρωση της εντολής που έχουν αναθέσει τα κράτη στο ΔΠΔ υπονομεύουν το κράτος δικαίου». Το Δικαστήριο, «παραμένει ακλόνητο» και «υποστηρίζει με σθένος το προσωπικό του όπως και τα θύματα αδιανόητων ωμοτήτων».
