
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 18 Αυγούστου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Αρσένιος, Αρσινόη
- Λάουρα
- Φλώρα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυρες Φλώρος, Λαύρος και οι συν αυτοίς, Οσιοι Βαρνάβας και Σωφρόνιος, κτήτορες της Μονής Παναγίας Σουμελά και Οσίου Χριστοφόρου του ανακαινιστού αυτής, Οσιος Σωφρόνιος της εν Αθω Σκήτης της Αγίας Αννης και Νεοϊερομάρτυρας Αγάπιος
Μάρτυρες Φλώρος, Λαύρος και οι συν αυτοίς
Δίδυμα αδέλφια που έζησαν τον 2ο αι. με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ηταν λιθοξόοι στο επάγγελμα, τέχνη που διδάχθηκαν, μαζί με τη χριστιανική πίστη, από τους μάρτυρες Πρόκλο (ή Πάτροκλο) και Μάξιμο. Μετά τον θάνατο των δασκάλων τους, μετέβησαν στην πόλη Ουλπιανά της Δαρδανίας, τη σημερινή Πρίστινα, όπου ο ηγεμόνας Λουκίων τούς ανέθεσε να χτίσουν ειδωλολατρικό ναό κατά τη διάρκεια των εργασιών για την ανέγερση του οποίου ο γιος του ειδωλολάτρη ιερέα Μερέντιου τραυματίστηκε σοβαρά στο μάτι από θραύσμα πέτρας. Οι άγιοι τότε θεράπευσαν το παιδί με την προσευχή τους, με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του να ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Μόλις, όμως, ολοκληρώθηκε το κτίσμα, αντί να το παραδώσουν ως ναό ειδώλων, τοποθέτησαν στη στέγη έναν σταυρό και τον αφιέρωσαν στον Χριστό, μοιράζοντας την αμοιβή τους στους φτωχούς. Εξοργισμένος ο ηγεμόνας από τη μετατροπή του ναού, διέταξε να καούν ζωντανοί 300 χριστιανοί, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Μερέντιος και ο γιος του, οι δε Φλώρος και Λαύρος υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και τελικά ρίχτηκαν σε βαθύ ξεροπήγαδο, όπου και πέθαναν από ασφυξία ή πνιγμό. Στη σλαβική παράδοση (Ρωσία, Ουκρανία), οι μάρτυρες θεωρούνται προστάτες των αλόγων, διότι λέγεται ότι την ημέρα της εύρεσης των λειψάνων τους σταμάτησε μια επιδημία που τα θανάτωνε.
Οσιοι Βαρνάβας και Σωφρόνιος, κτήτορες της Μονής Παναγίας Σουμελά και Οσίου Χριστοφόρου του ανακαινιστού αυτής
Ο Βαρνάβας (κατά κόσμον Βασίλειος) και ο ανιψιός του Σωφρόνιος (Σωτήριχος), με καταγωγή από την Αθήνα τον 4ο αι. ήταν οι μοναχοί που έλαβαν θεϊκό σημάδι από την Παναγία να αναζητήσουν την εικόνα Της, η οποία είχε «πετάξει» από την Αθήνα προς την Ανατολή. Μετά από περιπετειώδες ταξίδι, το 386 βρήκαν την εικόνα, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, σε μια σπηλιά στο όρος Μελά του Πόντου, νότια της Τραπεζούντας, και εκεί ίδρυσαν το μοναστήρι που πήρε το όνομα «Σουμελά» από το ποντιακό σού Μελά, δηλαδή «στου Μελά». Αφού έζησαν ασκητικά και οργάνωσαν τη μοναστική κοινότητα, εκοιμήθησαν ειρηνικά την ίδια ημέρα το έτος 412. Ο Οσιος Χριστόφορος ο ανακαινιστής έζησε αργότερα, γύρω στον 7ο αι., και ήταν εκείνος που αναγέννησε τη μονή μετά από περίοδο ερήμωσης λόγω επιδρομών. Καταγόταν από το χωριό Γαζάρη της Τραπεζούντας και ήταν ένας απλός και αγράμματος γεωργός, όταν, ενώ όργωνε τον αγρό του, εμφανίστηκε η Θεοτόκος και τον διέταξε να πάει στο όρος Μελά για να ανακαινίσει τον «οίκο» Της. Οταν εκείνος εξέφρασε την απορία του πώς θα γίνει ιερέας και ηγούμενος όντας αγράμματος, λέγεται ότι η Παναγία τον δίδαξε θαυματουργικά γραφή και ανάγνωση. Υπακούοντας στην εντολή Της, αναδιοργάνωσε τη μονή και θεωρείται έτσι ο νέος κτήτορας, κειμήλιο δε της εποχής του σώζεται το Ευαγγέλιο από περγαμηνή που φέρεται να έγραψε ο ίδιος.
Η ιστορία της εικόνας είναι μια διαδρομή πίστης, προσφυγιάς και αναγέννησης, που συνδέει τον Πόντο με τη Μακεδονία. Σύμφωνα με την παράδοση, είναι μία από τις τρεις που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς πάνω σε ξύλο και, μετά τον θάνατό του, μεταφέρθηκε στην Αθήνα, γι’ αυτό ονομαζόταν αρχικά Αθηνιώτισσα, μέχρι που «πέταξε» στον Πόντο τον 4ο αι. Για 15 αιώνες, η εικόνα ήταν το σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού, προστατευμένη από αυτοκράτορες και σουλτάνους. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή, όμως, και την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε, οι μοναχοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι, πριν φύγουν, όμως, πήραν μια σημαντική απόφαση. Εθαψαν την εικόνα μαζί με άλλα πολύτιμα κειμήλια, μεταξύ των οποίων τον αργυροεπίστρωτο σταυρό του αυτοκράτορα Μανουήλ Γ΄ Κομνηνού και το προαναφερθέν χειρόγραφο Ευαγγέλιο στο παρεκκλήσι της Αγ. Βαρβάρας, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Το 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού συμφώνησαν για την επιστροφή των κειμηλίων, κι έτσι, ο μοναχός Αμβρόσιος Σουμελιώτης, που γνώριζε το σημείο, ταξίδεψε στον Πόντο το 1931, βρήκε τα κειμήλια και τα μετέφερε στην Αθήνα. Αρχικά, η εικόνα φιλοξενήθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, αλλά όταν ο ποντιακής καταγωγής γιατρός Φίλων Κτενίδης πρωτοστάτησε να βρεθεί ένα νέο «σπίτι» για την Παναγία που να θυμίζει το άγριο τοπίο του Πόντου και επιλέχθηκε μια πλαγιά του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά της Ημαθίας, το 1952 η εικόνα ενθρονίστηκε με τιμές στη νέα Μονή που θεμελιώθηκε το 1951. Σήμερα, η Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο αποτελεί το «ιερό κέντρο» των Ποντίων παγκοσμίως, γι’ αυτό, κάθε Δεκαπενταύγουστο, χιλιάδες πιστοί συγκεντρώνονται για να τιμήσουν την εικόνα, συνοδεύοντας τις λατρευτικές εκδηλώσεις με ποντιακή λύρα και παραδοσιακούς χορούς, κρατώντας έτσι ζωντανή τη μνήμη της χαμένης τους πατρίδας.
Η εικόνα θεωρείται από τους Ποντίους «ζωντανή» και οι παραδόσεις είναι γεμάτες από περιστατικά προστασίας. Το Αγίασμα στον Βράχο: Στο παλιό μοναστήρι του Πόντου, μέσα από έναν κάθετο βράχο, έσταζε αγίασμα. Η παράδοση λέει πως η ποσότητα του νερού άλλαζε ανάλογα με τις ανάγκες των πιστών ή τις περιστάσεις και ότι πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν πίνοντας από αυτό το νερό. Η Προστασία από τις Επιδρομές: Λέγεται ότι πολλές φορές, όταν ληστές ή επιδρομείς προσπάθησαν να βεβηλώσουν τη μονή, η Παναγία τούς τύφλωνε ή τους σταματούσε με θαυμαστό τρόπο, προκαλώντας δέος ακόμα και στους αλλόθρησκους. Η Εύρεση της Εικόνας: Το ίδιο το γεγονός ότι η εικόνα βρέθηκε άθικτη μετά από 10 χρόνια θαμμένη στο χώμα και την υγρασία (1922-1931) θεωρήθηκε από τους Ποντίους το μεγαλύτερο θαύμα, ένα σημάδι ότι η Παναγία «ήθελε» να επιστρέψει κοντά στα παιδιά της. Θεραπείες στο Βέρμιο: Στη νέα της κατοικία στην Ημαθία, υπάρχουν αναρίθμητες μαρτυρίες πιστών για ιάσεις ασθενειών και βοήθεια σε δύσκολες στιγμές, με την εικόνα να είναι πάντα περιτριγυρισμένη από τάματα.
Μετά από 88 ολόκληρα χρόνια σιωπής, η Παναγία Σουμελά στον Πόντο λειτούργησε ξανά στις 15 Αυγούστου 2010. Μετά από επίπονες διπλωματικές προσπάθειες, η τουρκική κυβέρνηση έδωσε άδεια για μία μόνο ημέρα, η θεία λειτουργία τελέστηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ενώ χιλιάδες Πόντιοι από την Ελλάδα, τη Ρωσία και όλο τον κόσμο ταξίδεψαν εκεί, με πολλούς να κρατούν στα χέρια τους φωτογραφίες των παππούδων τους που είχαν φύγει πρόσφυγες. Το «Παναγία μου, Σουμελά μου» ακούστηκε ξανά μέσα στα ερείπια του μοναστηριού, με την ατμόσφαιρα να είναι ηλεκτρισμένη, καθώς το μοναστήρι δεν ήταν πια «μουσείο», αλλά ένας ζωντανός λατρευτικός χώρος. Από τότε και για αρκετά χρόνια, η θεία λειτουργία καθιερώθηκε ως ετήσιο γεγονός, με κάποιες διακοπές λόγω εργασιών συντήρησης του βράχου, αποτελώντας την κορυφαία στιγμή πνευματικής σύνδεσης του Ποντιακού Ελληνισμού με τις πατρογονικές του εστίες.
Οσιος Σωφρόνιος της εν Αθω Σκήτης της Αγίας Αννης
Γεννήθηκε στην Ηπειρο τον 18ο αι. και από τη νεαρή του ηλικία ήταν σεμνός, φιλόχριστος και διακρινόταν για το ενδιαφέρον του στην ανάγνωση και μελέτη των Γραφών. Οταν ήρθε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του τον πάντρεψαν με κοπέλα του τόπου του, αλλά από την πρώτη κιόλας ημέρα του γάμου του εγκατέλειψε τα πάντα, σύζυγο, γονείς και επαγγελματική δραστηριότητα και έφυγε για το Αγιον Ορος. Στη Σκήτη της Αγίας Αννης εντάχθηκε στη συνοδεία ενός γέροντα, με υπομονή και υπακοή πέρασε όλη τη μαθητεία του δοκίμου, εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε και ιερομόναχος. Ολη του η βιωτή, κυρίως η πνευματική, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση, όχι μόνον μεταξύ των μοναχών της Σκήτης αλλά και σε όλο το Αγιον Ορος. Εζησε οσιακά και κοιμήθηκε ειρηνικά.
Νεοϊερομάρτυρας Αγάπιος
Γεννήθηκε στην κωμόπολη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής περί το 1710, με την πατρίδα του εκείνη την εποχή να είναι γνωστή για τα σχολεία της και την παρεχόμενη μόρφωση, καθώς επίσης για την περίφημη «σχολή» των Γαλατσάνων αγιογράφων που τόσα έργα άφησαν στο Αγιον Ορος και στη Μονή Βατοπαιδίου. Σε νεαρή ηλικία πήγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, όπου εκάρη μοναχός και αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Παρθένιο. Από το Πατριαρχείο αποστέλλεται στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ο ναός της Νέας Παναγίας κοντά στον Λευκό Πύργο, και κατά την εκεί παραμονή του δίδαξε στην Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης, ξεκινώντας το μακρύ διδασκαλικό του έργο. Από τη Θεσσαλονίκη συνέχισε το διδακτικό του έργο ως καθηγητής στην Αθωνιάδα Ακαδημία, κοντά στη Μονή Βατοπαιδίου, αναλαμβάνοντας στη συνέχεια με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη διεύθυνσή της, κατόπιν υποδείξεως του Ευγένιου Βούλγαρη. Ο Αγάπιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο το 1752 από τα χέρια ομάδας γενίτσαρων στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης, πολύ κοντά στη γενέτειρά του Γαλάτιστα. Είναι άγνωστο πού ετάφη και αν υπάρχουν τα λείψανά του.
Τιμάται επίσης η μνήμη: Ερμου, Σεραπίωνος και Πολύαινου των Ρωμαίων, της μάρτυρος Ιουλιανής, μάρτυρος Λέοντος, οσίου Μακαρίου Κωνσταντινουπόλεως και Γεωργίου και Ιωάννη Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
