Φόρτωση Text-to-Speech…
Τον γνώρισε το 1979, όταν ετοίμαζε την ανθολογία υπερρεαλιστικής λογοτεχνίας «Δεν άνθησαν ματαίως…». Hθελε να συμπεριλάβει κείμενά του από την «Κρύπτη» (1959) και το «Βάραθρο» (1963), αλλά εκείνος είχε τη φήμη του απρόσιτου και δύσκολου ανθρώπου. «Σας διαβεβαιώνω ότι η φήμη αποδείχθηκε εσφαλμένη. Οταν του τηλεφώνησα, απάντησε αμέσως και έτσι συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Του άρεσε η ιδέα της ανθολογίας και χάρηκε που θα συμμετείχε και ο Εγγονόπουλος, ο παλιός δάσκαλός του, τον οποίο λάτρευε», θυμάται η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου από τη γνωριμία της με τον πεζογράφο Ε. Χ. Γονατά (1924-2006).
Η εντύπωσή της τότε ήταν ότι είχε μπροστά της έναν άνθρωπο σοφό, γεμάτο καλοσύνη αλλά και αυστηρότητα σε ό,τι αφορούσε την τέχνη, με την οποία είχε μια διαφορετική σχέση, όπως και ο Εγγονόπουλος. Δεν τη διαχώριζε από τη ζωή του. «Ας πούμε ότι ήταν δοσμένος ή ταγμένος στη δημιουργία μιας ποιητικής διάστασης στο καθετί γύρω του», λέει η ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η εντύπωση, συνεχίζει, έγινε βεβαιότητα και έτσι άρχισε μια βαθιά φιλία, που τελείωσε όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή.
Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου επιστρέφει για άλλη μία φορά στον αταξινόμητο «ονειροποιό» και «παραδοξογράφο» συγγραφέα, που ενώ ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας, άφησε πίσω του έργα ελεύθερα από πατριωτικά ή άλλα ιδεώδη, όπως «Ο φιλόξενος καρδινάλιος» (1986), «Η προετοιμασία» (1991) κ.ά. Αυτή τη φορά το κάνει μέσα από το βιβλίο της «Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες» (εκδ. Πατάκη), που καθώς κινείται ανάμεσα στα είδη της βιογραφίας, της ερμηνευτικής ανάλυσης και των προσωπικών εμπειριών, χαρακτηρίζεται επίσης υβριδικό ή και ακατάτακτο.

– Στο βιβλίο αναφέρετε ότι «…προσπαθούσε να θεραπεύσει την αντιφατική και ανησυχητική φύση της πραγματικότητας με ένα ελάχιστο, αλλά αναγκαίο “τίποτε”». Τι ήταν αυτό το «αναγκαίο “τίποτε”» και γιατί το χρειαζόταν ο Ε. Χ. Γονατάς;
– Γράφοντας για το «αναγκαίο “τίποτε”» είχα υπόψη μου το «superflu» του Βολταίρου, το περιττό αλλά και τόσο απαραίτητο στη ζωή, δηλαδή το μη ωφελιμιστικό, το μη πρακτικό, το πέρα από κάθε σκοπιμότητα που χαρακτηρίζει τη γνήσια τέχνη. Ο Γονατάς το έβρισκε διευρύνοντας την πραγματικότητα και εισχωρώντας στη σφαίρα του παράξενου, του παράδοξου. Ετσι δημιούργησε τις «μικρές και παράξενες ιστορίες» του.
– Αργησε όντως να βρει την αναγνώριση που του άξιζε;
– Ναι, άργησε. Είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 1945 με τη φανταστική νουβέλα «Ο ταξιδιώτης» και συνέχισε με την περιοδική έκδοση λογοτεχνικών κειμένων «Πρώτη ύλη» που έβγαζε με τον Δημήτρη Παπαδίτσα, όπου πρωτοπαρουσίασε τις μικρές, παράξενες πρόζες του. Ομως στη δεκαετία του 1940 και του 1950 κυριαρχούσαν ο ρεαλισμός, η αστική ηθογραφία και το είδος της βιωματικής αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Ο Γονατάς κατηγορήθηκε ως «ονειροποιός κλεισμένος στο εργαστήρι του» και ως παγερά αδιάφορος γι’ αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο. Δεν έγινε τότε κατανοητός ο τρόπος που εξέφραζε την αγωνία του για τον άνθρωπο ανάμεσα στους ολοκληρωτισμούς, στους φασισμούς, στην απανθρωποποίηση που έφερνε ο πολιτισμός μετά τη βόμβα της Χιροσίμα.
– Ποιοι είχαν αντιληφθεί την αξία του;
– Οι φίλοι των 18 χρόνων του, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Γιώργος Μακρής, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Δημήτρης Παπαδίτσας και ο Νίκος Καχτίτσης, με τον οποίο διατηρούσε για χρόνια τακτική αλληλογραφία. Ισως όμως το πιο σπουδαίο ήταν η φιλία του με τον Νίκο Εγγονόπουλο, κυριολεκτικά μια μαθητεία. Γιατί ο τόσο εκλεκτικός Εγγονόπουλος είχε καταλάβει ότι τον νεαρό Γονατά τον διέπνεε η τρέλα της τέχνης, που προϋποθέτει όχι μόνο φαντασία, αλλά γνώση της τεχνικής, δουλειά εργαστηρίου, θυσίες και αφοσίωση. Ο Γονατάς αντιμετώπιζε την τέχνη όπως ο «Γλύπτης Τυανεύς» του Καβάφη. Αντιμετώπιζε τις μικρές πρόζες του σαν έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής.
Αντιμετώπιζε την τέχνη όπως ο «Γλύπτης Τυανεύς» του Καβάφη. Αντιμετώπιζε τις μικρές πρόζες του σαν έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής.
– «Ολοι έχουν δίκιο», έλεγε και «Ολοι τ’ αγαπούν τα τραύματά τους», έγραφε. Τι μας δείχνουν τέτοια λόγια για τη στάση του απέναντι στους ανθρώπους;
– Ο Γονατάς έλεγε «όλοι έχουν δίκιο» εννοώντας ότι δεν υπάρχει μια «αλήθεια» με το «α» κεφαλαίο. Και το έλεγε με θλίψη αλλά και συμπόνια για τον άνθρωπο που διεκδικεί όλα τα δίκια με το μέρος του, για τον φανατικό, τον δέσμιο των προκαταλήψεων. Γνώριζε πόσο πολυπροσδιορισμένη είναι η ζωή των ανθρώπων, και πόσο ανεξέλεγκτοι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις συνειδήσεις, τις ιδέες και τις νοοτροπίες.
– Αν, όπως γράφετε, η αυτονομία της τέχνης δεν σημαίνει απομάκρυνση από την πραγματικότητα, αλλά εμβάθυνση στην ουσία της, τι θα λέγαμε –όσο πομπώδες και αν ακουστεί– ότι μας μαθαίνει το έργο του Γονατά για την ανθρώπινη συνθήκη;
– Για τον Γονατά η ανθρώπινη συνθήκη, που αποτελεί πυρήνα του έργου του, μπορεί να αποδοθεί μόνο με την υπονόμευση των βεβαιοτήτων που προσφέρουν στον άνθρωπο οι ιδεολογίες, τα πολιτικά κόμματα, η πίστη στον ορθό λόγο ως λεωφόρος που οδηγεί στην πρόοδο. Εβλεπε πίσω από αυτά τις μεγάλες και αναπότρεπτες αντιφάσεις που σφραγίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Ολα αυτά θέλησε να τα κλείσει στις μικρές πρόζες του, που εμπεριέχουν το σκοτεινό, το παράλογο, το γκροτέσκο, το καρναβαλικό, το μαύρο χιούμορ, ό,τι διαθέτει η «λογοτεχνία της ανατροπής», όπως την ονόμασαν ξένοι θεωρητικοί.
Το έργο του Γονατά διέπει μια ηθική αρχή, η αντίσταση στην καταστροφή, όχι με τα λόγια του ρήτορα, αλλά του ποιητή.
– Γιατί πιστεύετε ότι γοητεύει σήμερα τους νέους;
– Πολλές δεκαετίες μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και ακόμη περισσότερες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι νέοι στρέφονται αλλού για να βρουν τις αλήθειες τους. Ας πούμε σε έναν νέο ανθρωπισμό που δεν συγκαλύπτει, ούτε εξωραΐζει το παράλογο της ύπαρξης, αλλά σκύβει με κατανόηση στον απανταχού κατατρεγμένο άνθρωπο αλλά και στον ζωικό κόσμο. Οι νέοι σήμερα κατανοούν τι σημαίνει η οικολογική καταστροφή του πλανήτη, τι σημαίνουν η στερεοτυπική σκέψη, ο φανατισμός, οι παρωπίδες μπροστά στην πραγματικότητα. Το έργο του Γονατά το διέπει μια ηθική αρχή, η αντίσταση στην καταστροφή, όχι με τα λόγια του ρήτορα, αλλά του ποιητή. Η τέχνη του είναι θεραπευτική γιατί μέσα από τις μικρές και παράξενες ιστορίες του, το σκοτεινό και το παράλογο, αναδύεται μια δύναμη στον άνθρωπο που τον προφυλάσσει από το χάος, μια αστάθμητη χειρονομία αγάπης και επικοινωνίας. Χωρίς να έχει ασχοληθεί με την ψυχανάλυση ή την ανθρωπολογία, ο Γονατάς ακολούθησε τα διδάγματα της αρχαίας θεραπευτικής τέχνης, «δι’ ελέου και φόβου» και μας διαμηνύει να περισώσουμε ό,τι αξίζει να σωθεί.
*Το βιβλίο «Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες» της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
O «θείος Νώντας» από την πραγματικότητα στο φαντασιακό
«Τον καλούσες και αν σήκωνε το τηλέφωνο, δεν θα τελείωνες πριν από μιάμιση ώρα. Είχε ένα άγχος έκφρασης, οπότε το ένα θέμα έφερνε το άλλο. Οσο περίεργο και αν φαίνεται, ενώ έγραφε λίγο, με τους φίλους του μιλούσε πολύ», λέει ο συγγραφέας και μεταφραστής Χρήστος Αστερίου για τη δική του γνωριμία με τον Ε. Χ. Γονατά.
Τον συνάντησε ως μαθητής Γ΄ Λυκείου, προτού φύγει για σπουδές Φιλολογίας στη Γερμανία, μια μέρα που είχε πάει στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή, του Αιμίλιου Καλιακάτσου, ψηλά στη Ζωοδόχου Πηγής, αναζητώντας έργα του Δημήτρη Παπαδίτσα. Ο Γονατάς του είπε κάτι σαν «πέρνα από το σπίτι να τα πάρεις» και τότε διαπίστωσαν ότι έμεναν και οι δύο στην Κηφισιά. «Εκτοτε άρχισα να τον επισκέπτομαι δύο – τρεις φορές την εβδομάδα, σε μια μαθητεία που διήρκεσε σχεδόν δέκα χρόνια», θυμάται ο Αστερίου.
«Μιλούσαμε για πράγματα που δεν αφορούσαν πάντα στενά τη λογοτεχνία, για ένα κείμενο του Κάφκα, για τα χρυσόψαρά του που τα είχε σε μια μικρή στέρνα στο πίσω μέρος της αυλής, συνδυάζοντάς τα λογοτεχνικά», συνεχίζει. Και ενώ ο Γονατάς «διάβαζε τα πάντα, έβλεπε φανατικά ειδήσεις και ήξερε οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του, δεν ήθελε να το περάσει μέσα στο έργο του», λέει ο κ. Αστερίου. «Ζούσε μέσα στη λογοτεχνία, αλλά με έναν δικό του, ιδιαίτερο τρόπο. Και μιλούσε για τη λογοτεχνία, χωρίς να μιλάει ακριβώς γι’ αυτή, όπως προκύπτει και μέσα από το ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή».
Η σκηνοθέτρια και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε μεγάλη περιέργεια να συναντήσει τον συγγραφέα «αυτών των μικρών, παράδοξων ιστοριών, που όμοιές τους δεν είχα διαβάσει στα ελληνικά». Και έπειτα, εξηγεί, «ο “θείος Νώντας”, όπως ήθελε να τον λέμε, ήρθε σαν μια βόμβα στη ζωή μου. Οι περισσότεροι διανοούμενοι μεγαλύτερης ηλικίας που ήξερα μέχρι τότε, και δυστυχώς με γοήτευαν, ήταν άνθρωποι σκυθρωποί, χωρίς χιούμορ και αυτοσαρκασμό, που μιλούσαν ακατάπαυστα για το έργο τους.
Συναντώντας τον “θείο Νώντα” γνώρισα για πρώτη φορά έναν άνθρωπο που μιλούσε περισσότερο για τον κήπο, τα λεξικά και τις αποθήκες, παρά για την ίδια τη συγγραφή. Μέσω αυτών, όμως, μιλούσε λοξά για τον εαυτό του και τον τρόπο που γράφει. Την ίδια στιγμή επανερχόταν συνεχώς το ερώτημα για το μάταιο της ζωής, που πότε αντιμετώπιζε με ιλαρότητα και πότε με βαθύτατη αγωνία».
Η Εύα Στεφανή γύρισε δύο ντοκιμαντέρ για τον πεζογράφο: ένα για το θρυλικό «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ, με τίτλο «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά» (1998), και ακόμη ένα, ονόματι «Η επιστροφή του Ε. Χ. Γονατά» (2012). «Το πρωί ξεκινούσαμε το γύρισμα πάντα με ένα τελετουργικό. Φτιάχναμε καφέ και μετά διαλέγαμε τυχαία έναν από τους στοχασμούς του Λεοπάρντι που διάβαζε ο Νώντας για να “πάρουμε μπρος”, όπως έλεγε», θυμάται η σκηνοθέτρια. «Ο Γονατάς είχε φτιάξει έναν κόσμο δισυπόστατο. Ηταν με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και το άλλο στο φαντασιακό. Οποτε υπέφερε στον έναν κόσμο, βουτούσε στον άλλον», συνεχίζει η κυρία Στεφανή και καταλήγει: «Αυτή τη μετάβαση από το πραγματικό στο φαντασιακό την έκανε με την ίδια ευκολία που την κάνουν τα παιδιά. Σαν τσουλήθρα. Είναι ένα χάρισμα που χάνουμε καθώς ενηλικιωνόμαστε και γινόμαστε φτωχότεροι άνθρωποι. Ο τρόπος ζωής και το έργο του είναι μια συνεχής υπενθύμιση για το δισυπόστατο της ανθρώπινης ύπαρξης και τη ζωή ως ένα παιχνίδι, μάταιο μεν, αλλά περιπετειώδες και δυνάμει συναρπαστικό».
