Στέφανος Κοτζαμάνης
Οι επενδύσεις αποτελούν κινητήριο μοχλό για την αναπτυξιακή πορεία μιας εταιρείας, καθώς αποσκοπούν στην τόνωση της παραγωγικότητας, στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας (capacity), στη διεύρυνση της προσφερόμενης γκάμας προϊόντων και υπηρεσιών, στη γεωγραφική επέκταση των δραστηριοτήτων της, κ.λπ.. Από την άλλη πλευρά, η μεγάλη πλειονότητα των επενδύσεων ενέχει το δικό της ρίσκο, καθώς μπορεί να είναι γνωστή η απαιτούμενη δαπάνη, πλην, όμως, είναι αβέβαιο τo αποτέλεσμα που θα προκύψει. Δεν είναι λίγες φορές όπου -μικρές ή και πολύ μεγάλες- επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, ή έστω επλήγησαν σοβαρά εξ’ αιτίας επενδυτικών προγραμμάτων που εκ των υστέρων αξιολογήθηκαν ως ασύμφορα.
Μετά από αυτόν τον σύντομο θεωρητικό πρόλογο, ας πάμε σε ένα από τα πλέον φλέγοντα θέματα που απασχολούν στις μέρες μας την παγκόσμια οικονομία: Πρόκειται για τις πολύ υψηλές επενδύσεις που υλοποιούνται από τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς ομίλους του κόσμου στο μέτωπο της τεχνητής νοημοσύνης. Τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται είναι τόσο μεγάλα και το αποτέλεσμα που θα προκύψει τόσο αβέβαιο ως προς το μέγεθος, αλλά και ως προς το χρόνο που θα μπορούσε αυτό να έρθει, έτσι ώστε να έχει προκαλέσει έντονη επιφυλακτικότητα στους μετόχους τους και στο ευρύ επενδυτικό κοινό (ιδίως όταν οι χρηματιστηριακοί τους δείκτες, όπως για παράδειγμα ο λόγος της τιμής των μετοχών τους προς τα καθαρά τους κέρδη, είναι πολύ απαιτητικοί). Και επειδή οι εταιρείες αυτές αποτελούν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό της συνολικής κεφαλαιοποίησης του αμερικανικού χρηματιστηρίου, η έντονη αυτή επιφυλακτικότητα αποτελεί έμμεση πηγή ανησυχίας για όλα τα διεθνή χρηματιστήρια, καθώς οποιαδήποτε σημαντική εξέλιξη στην κεφαλαιαγορά της Νέας Υόρκης επηρεάζει έντονα και τις υπόλοιπες.
Είναι άραγε τόσο επιπόλαιες οι διοικήσεις των τεχνολογικών αυτών κολοσσών που καταβάλουν (ή σχεδιάζουν να καταβάλουν) τόσο μεγάλα ποσά προκειμένου να επενδύσουν στην τεχνητή νοημοσύνη; Δεν γνωρίζουν τους κινδύνους; Δεν διοικούνται από έμπειρα διοικητικά συμβούλια; Η απάντηση που δίνουν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν τέτοιο όμιλο είναι να… μην επενδύσει άμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη, γιατί με αυτό τον τρόπο έχει το ρίσκο να μείνει πολύ πίσω από πλευράς ανταγωνιστικότητας και να υποστεί πολλαπλάσια ζημία σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Άρα, λοιπόν, βιώνουμε μια περίοδο υψηλού -πλην όμως- απαραίτητου επενδυτικού ρίσκου.
Βέβαια, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως η εικόνα αυτή των ξένων τεχνολογικών κολοσσών δεν σχετίζεται με αυτή των ελληνικών ομίλων πληροφορικής, οι οποίοι κατά κύριο λόγο δραστηριοποιούνται στο επιχειρηματικό λογισμικό και στην ανάληψη μεγάλων έργων πληροφορικής, δραστηριότητες πολύ χαμηλότερου κινδύνου, χωρίς την ανάγκη τόσο υψηλών επενδύσεων και -αυτή την περίοδο- με τη στήριξη των εργασιών τους της χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανακούφισης.
Αριστοποίηση χρηματοδότησης
Σε κάθε περίπτωση πάντως, μια εταιρεία θα πρέπει να υποστηρίζει τις επενδύσεις της με έναν όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο χρηματοδότησης, προκειμένου από τη μία πλευρά να μην τεθεί σε κίνδυνο η λειτουργία της εξ’ αιτίας του αυξημένου κόστους και ενδεχομένων ζητημάτων ρευστότητας και από την άλλη να μην καλούνται συνεχώς οι μέτοχοι να «βάζουν το χέρι στην τσέπη».
Ξεκινώντας από την αρχή, το άριστο σενάριο θα ήταν η επιχείρηση να διέθετε τόσο υψηλά χρηματικά διαθέσιμα, έτσι ώστε να μπορούσε να χρηματοδοτεί τις επενδύσεις της από ίδια κεφάλαια. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
Μέσα, λοιπόν, σε ένα τέτοιο περιβάλλον η διοίκηση μιας εταιρείας έχει σειρά εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης της επένδυσής της, όπως για παράδειγμα μέσα από:
α) την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με καταβολή μετρητών (συμμετοχή παλαιών, ή και νέων μετόχων),
β) την έκδοση μετατρέψιμου σε μετοχές ομολογιακού δανείου,
γ) την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου,
δ) τη σύναψη μακροπρόθεσμου τραπεζικού δανεισμού και
ε) την απλή χρηματοδοτική μίσθωση, ή πώληση και επανεκμίσθωση (sale and lease back).
Είναι προφανές πως, αρχικά εξετάζεται το ποιοι από τους παραπάνω τρόπους είναι εφικτοί σε κάθε περίοδο.
Στη συνέχεια, εξετάζεται το κόστος κάθε επί μέρους εφικτής κατηγορίας άντλησης κεφαλαίων (και η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου έχει κόστος, όχι για την εταιρεία, αλλά για τους μετόχους). Για παράδειγμα, το κόστος του τραπεζικού δανεισμού υπολογίζεται σε:
Κόστος τραπεζικού δανεισμού = Επιτόκιο x (1 – φορολογικός συντελεστής)
Δηλαδή, αν το επιτόκιο του τραπεζικού δανεισμού είναι 5% και ο φορολογικός συντελεστής της εταιρείας 20%, τότε το κόστος άντλησης κεφαλαίων μέσα από τραπεζικό δανεισμό υπολογίζεται σε 5% x (1-0,2) = 4%.
Αφού υπολογίσουμε το κόστος κάθε κατηγορίας άντλησης κεφαλαίου, τότε καταλήγουμε σε εκείνον το συνδυασμό που θα συνεπάγεται το χαμηλότερο δυνατό μέσο σταθμισμένο κόστος για το σύνολο των κεφαλαίων της επιχείρησης (ζητούμενο το χαμηλότερο Weighted Average Cost of Capital).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η όποια λύση δεν θα πρέπει να προκαλέσει ανησυχία στην αγορά σχετικά με την κατάσταση της ρευστότητας και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση οι παρενέργειες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές και επώδυνες.
www.e-forologia.gr
