ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Η ζωή σε σπουδάζει με πείρα και γνώση, που πηγάζουν κυρίως από τα λάθη σου. Και από λάθη άλλο τίποτα… Συνεπώς…σοφός ! Εμ έλα ντε που πάντα έμενα μετεξεταστέος και στη ζωή αλλά και σε αυτό που μου την ομόρφαινε ; το κυνήγι.
Πριν κάποια χρόνια ανηφόρισα στ’ Άγραφα και έγινα ένα με τους γουρουνάδες του Ντάλα . Από τότε κάθε χρόνο, μα δυο, μα τρεις, μα πέντε φορές ο δρόμος θα με ανεβάσει ίσαμε το Κεράσοβο, τον Κρέντη, τη Βίνιανη. Το κυνήγι του γουρουνιού είναι γοητευτικό, είναι παράξενο.
Στις τριάντα φορές που έπιασα καρτέρι με ψυχή τρεμάμενη και αγωνία πρωτάρη, κάτω από βροχή, μέσα σε λάσπη, σε ρέμα δύσβατο, με χιονιά ή νοτια, στις τριάντα φορές μια μοναχά τουφέκισα γουρούνι κι αυτή δεν μου’ κανε το χατίρι να το δω να πέφτει.Ο Μπόνιας το τέλειωσε, λίγα μέτρα μακριά μου μέσα στα πυκνά. Ο Μπόνιας , που με λύτρωσε τότε, γιατί νόμιζα ότι το ζωντανό είχε ξεφύγει και ποιος θα άκουγε τα « καντήλια» του αρχηγού, του Τάκη του Ντάλα.
Είναι βραδιές που το βλέπω ξανά και ξανά τούτο το σκηνικό στον ύπνο μου, πάντα με το ιδιο τέλος : το γουρούνι να φεύγει ! Πωρωθηκα με το γουρούνι και το κυνήγι του. Και ο,τι μπορούσα να κάνω για να κορέσω το πάθος μου, το έκανα. Και κάποτε ο δρόμος με ξέκοψε απ’ τα χώματα της Ευρυτανίας και μ’ έφερε κοντά στα πάτρια εδάφη . Γουρουνάδες και εδώ , με σκυλιά καλά και με τόπο γεμάτο θήραμα αλλά… Αλλά «Ντάλες» δεν ήταν !
Έλειπε το πάθος, ο έρωτα ο τυφλός για το αντικείμενο του πόθου. Έλειπε η ορμή, έλειπε η θέρμη, έλειπαν οι φωνές του αρχηγού, η μανία για την παγανα του «θεριού». Το γουρούνι δεν κυνηγιέται με καρεκλάκι και τσιγάρο. Το γουρούνι θέλει κότσια, θέλει οργάνωση, στρατηγική , θέλει διαταγές και «στρατιώτες» έτοιμους να δώσουν την τελευταία σταγόνα από το ιδρώτα τους για να σταματήσουν το ζώο.
Και εκεί στα πάτρια εδάφη τα πράγματα ήταν αλλιώς… Η παρέα – το πολύ οκτώ κυνηγοι- μαζευόταν με τα χίλια ζόρια. Άλλος είχε δουλεια στην πόλη, άλλος είχε ξεμείνει ως αργα στο μπαρ, οπότε που όρεξη για γουρούνια; Το κόψιμο ερασιτεχνικό: -«Ρε μπας και είναι αλεπού»; -« Τα πατήματα φρέσκα να’ναι ή πολυκαιρισμένα»; -« Να βγαίνει τώρα από δώθε ή να περνάει και παρακάτω; Δεν βαριέσαι, ας βάλουμε μια παγάνα…»
Τα σκυλιά « έσπαγαν» σαν τις πέρδικες τις τρομαγμένες: ένα στη Δύση, άλλο στην Ανατολή .
Κάποια φορά μου έδωσαν να κρατάω ένα Γκριφόν, με την εντολή: -« Θα το αμολήσεις μόλις ακούσεις τα άλλα σκυλιά να πλησιάζουν, έτσι θα κυκλώσουμε του γουρούνι (!)». Το κράτησα το σκυλί και κάποια στιγμή , ενώ περίμενα να ακούσω με αγωνία τα αλυχτισματα των υπολοίπων για να ελευθερώσω το «αστέρι»- όπως το φώναζαν- διαπίστωσα ότι τρία κρουασάν και δυο μπανάνες ( με τα φλούδια) είχαν εξαφανιστεί από το γιλέκο μου. Το «αστέρι» κοιμόταν βαριά, χορτάτο και τρισευτυχισμένο. Όταν επιτέλους ακούστηκαν από τα άλλο μέρος να’ ρχονται σκυλιά και γουρούνι, έλυσα το ζωντανό και του έδωσα την εντολή: Ορμα!
Με κοίταξε με απορία, γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του. Το έπιασα από το σβέρκο και το μάλωσα: -« Τρέχα βρε, το χάνουμε το γουρούνι», του είπα, αλλά δεν ίδρωσε το αυτί του… Τότε αγανακτισμένος και ακούγοντας τα άλλα σκυλιά να ζυγωνουν, έπιασα ένα κλαδί και το απείλησα με αυστηρότητα: -«Θα τις αρπάξεις βρε, τρέχα, το γουρούνι φεύγει». Το «αστέρι» τινάχτηκε σαν ελατήριο και εξαφανίστηκε, από την αντίθετη μεριά όμως από εκείνη που υποτίθεται, ερχόταν το γουρούνι.
-«Φτου, κοπρόσκυλο», είπα και περίμενα στο καρτέρι. Ούτε σκυλιά φάνηκαν, ούτε γουρούνι βγήκε. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό μου: -«Έλα,ο αρχηγός είμαι, λοιπόν τα σκυλιά θα τα βρούμε το απόγευμα, το γουρούνι το είδε κάποιος να σκαρφαλώνει στα βράχια, μακριά μας, εμείς λέμε να πάμε για κανένα τσιπουράκι , είσαι;»…
Η ώρα ήταν 12, το κυνήγι είχε τελειώσει! Τα μάζεψα και έφυγα. Πάνω στα τσιπουράκια έμαθα ότι το «αστέρι» ήταν 15 χρόνων. Αστέρι στα νιάτα του, αλλά τώρα στα γεράματα λαίμαργο και με μια παράξενη αίσθηση του προσανατολισμού. Γύρισε στο Χωριο μετά δυο μέρες κατάκοπο, αλλά χορτάτο…
Αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία από τα κοντινά γουρουνοκυνήγια.
Στη δεύτερη φορά τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα. Τα γουρούνια βγήκαν στα καρτερία, ή καλύτερα στο καρτέρι του Αστραπολευτέρη όπως τον έλεγαν- όχι μια, όχι δυο μα τρεις φορές. Και τις τρεις φορές ο Αστραπολευτέρης αστόχησε! «Δεν βλέπει καλά ο καημενούλης», τον δικαιολόγησε ο αρχηγός, «Έχει χάσει το μάτι του σε καβγά στα μπουζούκια παλιά»…Ο Θεός με φύλαξε γιατί ήμουν στο διπλανό καρτέρι του Αστραπολευτέρη ! Τα γουρούνια πρέπει να τον είχαν εικόνισμα τον μεσήλικα κυνηγό, αφού μια στις πέντε φορές στο καρτέρι του έβγαιναν, και πάντα περνούσαν ζωντανά και ευτυχισμένα.
-«Και γιατί ρε παιδιά βγαίνετε στο κυνήγι- ρώτησα με αφέλεια- και δεν πάτε από την αρχή στην ταβερνούλα να πείτε τις ιστορίες σας;»
– Α, όλα κι όλα – με αποστόμωσε ο αρχηγός με ύφος αυστηρό- το κυνήγι είναι πάθος … δεν κόβεται…»
«Ευτυχώς που υπάρχουν και τέτοιοι κυνηγοι και γλιτώνουν τα γουρούνια, γιατί αν ήταν όλοι σαν τον Ντάλα θα τα βλέπαμε μόνο στις εγκυκλοπαίδειες», ήταν το επιμύθιο της συζύγου μου, σαν της ιστόρησα το πάθημά μου.
Κι αυτό σωστό.
