ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Φέτος για άλλη μια φορά επισκέφτηκα την Μονή Προυσού ή Παναγίας Προυσιώτισσας. Το μοναστήρι είναι κτισμένο σε απότομο βράχο και συνδέεται με την ανεύρεση της εικόνα της Παναγίας από την Προύσα της Μικρας Ασίας.
Η διαδρομή προς την μονή Προυσού είναι τόσο όμορφη, που, στην κυριολεξία, συγκλονίζει. Στον ναό, φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας που αποτελεί πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες .
Εκεί γνώρισα και τον Χρήστο που μένει λίγο πιο μακριά περίπου 19χλμ στα Άνω Σοχώρια, η φιλία μας κρατάει ακόμα και με την πρώτη ευκαιρία τον επισκέπτομαι.
Εκεί στην μοναξιά του βουνού , σαν να ήθελαν να μην μπορεί να τους βρει ποτέ κανένας, κάποιοι άνθρωποι σε μια άγνωστη εποχή φώλιασαν στα ορεινά συμπλέγματα της περιοχής και κοντά στο ποταμι δημιούργησαν χωράφια, μαντριά, σπίτια, εκκλησία και έγραψαν τη δίκη τους μικρή ιστορία η οποία, αν δεν υπήρχαν ορισμένοι που αγαπάνε το ερημωμένο Χωριο τους που λέγεται Άνω Σοχώρια, θα ήταν σήμερα εντελώς ξεχασμένη…
Ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, ο Χρήστος, ο οποίος μπορεί στα 20 χρόνια του να πήρε τα μάτια του από το Χωριο για να ζήσει και να προκόψει σε άλλους τόπους, η καρδιά του όμως ποτέ δεν έφυγε από τη γενέτειρά του , γύρισε στο Χωριο. Το καλοκαίρι με τα δέντρα και τον κήπο και τον καιρό που επιτρεπόταν το κυνήγι, αυτός έπαιρνε το όπλο του και περπατούσε στα μονοπάτια και τις κορφές που οι παλιότεροι απ’ αυτόν στο Χωριο, κι ανάμεσά τους ο πατέρας του Γιωργος, κυνήγησαν όχι μόνο για να χορτάσουν τη γαμήλια τους, αλλά και για να ντύσουν και να τα ποδέσουν τα παιδιά τους, και να προικίσουν τα κορίτσια τους.
Εδώ αρχίζει η κουβέντα μας με το Χρήστο και τις αναμνήσεις του ,από τα παιδικά του χρόνια .
Ο Χρήστος , που επιμελώς έχει επισκευάσει το παρατημένο πατρικό του, στην κορυφή του χωριού, όταν αφηγείται ιστορίες για τα Άνω Σοχώρια, αρχίζει πάντα από το μεγάλο γεγονός που συνέβη κατά την ημέρα που γεννήθηκε, παραμονές των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα ο πατέρας του είχε καταφέρει μέσα στα βαριά χιόνια που είχαν πνίξει το Χωριο να πιάσει δυο κουνάβια στις κουφάλες των δέντρων!
Με το απρόβλεπτο αυτό έσοδο και τη γέννηση του Χρήστου , η οικογένεια έκανε τα πιο χαρούμενα Χριστούγεννα της ζωής της.
Το κυνήγι των κουναβιών στα χωριά της Ευρυτανίας και όχι μόνο, ήταν η πλέον προσοδοφόρα ενασχόληση, γιατι μόνο από τα « λούπια»,όπως έλεγαν τα τομάρια τους, έβλεπαν ζωντανό χρήμα να μπαίνει στο σπιτι.
Ένα «λούπι» ήταν ακριβότερο από μια αγελάδα και γι’ αυτό όλοι σχεδόν οι χωριάτες προσπαθούσαν να πιάσουν κάποιο.
Ο μπάρμπα Χρηστος στην συνέχεια μου μιλάει για το Χωριο , το μικρό χωριό- μόλις 18 σπίτια είχαν τα Άνω Σοχώρια- των 100 περίπου ανθρώπων πήγε να ζωντανέψει λίγο κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘50 αλλά μπροστά στην ανεργία και τη φτώχεια ένας- ένας οι νέοι άρχισαν να φεύγουν, αργότερα τους ακολούθησαν και οι γέροντες γονείς που κοιμήθηκαν σε ξένο τόπο και σαν έφτασε ο δρόμος και το ηλεκτρικό ρεύμα, το βρήκαν εντελώς άδειο. Μόνο τώρα τελευταία παρατηρείται λίγη ζωή το καλοκαίρι κυρίως, τις μεγάλες γιορτές και κάποια Σαββατοκύριακα από τους συγχωριανούς που επισκευάζουν συστηματικά τα παλιά σπίτια και δηλώνουν πως θα ξαναγυρίσουν στο Χωριο τους όταν πάρουν σύνταξη.
Ανάμεσά τους και ο Χρηστος, που είναι ο μόνος που κρατάει και την κυνηγετική παράδοση των συγχωριανών καθώς οι άλλοι ούτε το χρόνο του διαθέτουν, ούτε και ξέρουν τον τόπο όπως αυτός γιατι μεγάλωσαν σε αλλά μέρη και σπάνια επισκέπτονταν το Χωριο. Έτσι λοιπόν είναι ο μόνος πιο ξέρει καλά σήμερα τα παλιά μονοπάτια, τα περάσματα των λαγών και τα δέντρα που πέφτουν τα πουλιά .
Ο πατέρας του ο μπάρμπα Γιωργος , θυμάται ο Χρηστος του είχε πει μια ιστορία με ένα ελικόπτερο , βέβαια αυτή η ιστορία ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε αλλά παρέμεινε ως θρύλος στο Χωριο .
Ο Μπαρμα Λεωνιδας έχει τότε το 1965 ένα οπισθογεμες δίκαννο , αυτός ο άνθρωπος τον Ιανουάριο απείλησε να καταρρίψει ένα ελικόπτερο, ο πιλότος του οποίου έχασε τον προορισμό του – πήγαινε στη διπλανή Καταβόθρα να πάρει μια ασθενή- και ψάχνοντας τα χωριά κόντεψε να ρίξει τη χιονισμένη σκεπή του σπιτιού του Λεωνιδα. Από τον θόρυβο που έκανε το σιδερένιο πουλί, ο Λεωνιδας βγήκε από το χαμηλό σπιτι με το όπλο, σημάδεψε το ελικόπτερο και λέγεται πως είπε απειλητικά στον πιλότο να μη κατέβει παρακάτω γιατι θα του την ανάψει! Ο πιλότος, λένε στα Άνω Σοχώρια, πως ήταν ο Αλέξανδρος Ωνάσης που πήγε ο ίδιος να πάρει την ασθενή από την Καταβόθρα , αλλά δεν είναι επιβεβαιωμένο .
Γύρω από την υπόθεση του ελικοπτέρου που παραλίγο να προσγειωθεί στα Άνω Σοχώρια, έχει αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη φιλολογία στο Χωριο με επίκεντρο βεβαίως τον Λεωνιδα.
Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, οι περισσότεροι από την παλιά γενιά των Ανωσοχωριτών αποχώρησαν δια παντός από τη μικρή πατρίδα και σιγά- σιγά τα όπλα σίγησαν σε έναν τόπο που λόγω των παλιών καλλιεργειών ήταν γεμάτος λαγούς και πουλιά. Οι τελευταίες μπαταρίες από εκείνη τη γενιά έπεσαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘ 90 και μετά τίποτα. Το παράδοξο όμως είναι ότι από τότε που έκλεισε το Χωριο, εξαφανίστηκαν σχεδόν όλα τα θηράματα και το γεγονός είναι αψευδές μάρτυρας της κατάρρευσης ενός οικοσυστήματος που απουσιάζουν οι άνθρωποι.
Όσες προσπάθειες κι αν κάνει ο Χρηστος , με όποιον τρόπο κι αν προσπαθήσει να δηλώσει το «παρών» του σήμερα στα Άνω Σοχώρια , δεν παύει να είναι ο τελευταίος μιας γενιάς που ήξερε να ζει αρμονικά με τη φύση και τον τόπο.
Υ.Γ. Μέρες χρονιάρες εύχομαι η Παναγιά μαζί σας!
