Στέλιος Ράμφος: Αντιμέτωπος με τη «μήτρα» του 1968



«Η ελληνική εμπειρία ως εμπειρία της αναμονής είναι η εμπειρία του άπειρου. Το άπειρο είναι αρχή και ρίζα. Η ρίζα είναι η Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι ο γυρισμός». Ετσι κατέληγε η σύνοψη του άρθρου «Nostos» του Στέλιου Ράμφου που δημοσιεύθηκε στην επετηρίδα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών το 1972. Δεν γνωρίζω μέσα από ποιες διαδρομές ο 33χρονος Ράμφος, ο οποίος δίδασκε στο ελευθεριακό πανεπιστήμιο της Βενσέν, επέλεξε να παρουσιάσει τη δουλειά του στο περιοδικό ενός συντηρητικού θεσμού στα χρόνια της δικτατορίας. Η επιλογή του, όμως, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του άρθρου του –όπου η Ελλάδα αναγορεύεται σε ένα ασύλληπτο «πνευματικό ζήτημα» τη στιγμή που αποτελούσε το κατεξοχήν χειροπιαστό «πολιτικό ζήτημα»– νομίζω ότι υποδεικνύει τα χαρακτηριστικά της συγκρότησης του Ράμφου: εκεί όπου η ιστορική αφαιρετικότητα συναντούσε την ελληνική ιδιαιτερότητα.

Ταυτόχρονα, το άρθρο αυτό αποτυπώνει ευδιάκριτα την απομάκρυνσή του από τη μαρξιστική αντίληψη. Το ζήτημα αυτό εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο. Στο συλλυπητήριο μήνυμα του πρωθυπουργού, ο Ράμφος χαρακτηρίζεται ως «μια από τις πιο φωτεινές προσωπικότητες της προδικτατορικής Αριστεράς» που μπόρεσε, χάρη στο «μακρύ ταξίδι του στη φιλοσοφία», να κινηθεί «μακριά από δόγματα και δεσμεύσεις». Ιστορικά είναι ακριβές. Ο Ράμφος δραστηριοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στον χώρο της φοιτητικής Αριστεράς και τον Αύγουστο του 1967 συνέταξε ένα μανιφέστο με τίτλο «Το ελληνικό δίλημμα», που εμπεριείχε βαρύγδουπες διαβεβαιώσεις του τύπου η «συνθήκη για τον σοσιαλισμό [προκύπτει από την] ύπαρξη του προλεταριάτου». Σε λίγα χρόνια, το λεξιλόγιό του είχε αλλάξει ριζικά. Τη νομοτέλεια της επανάστασης διαδέχθηκε η –καταδικασμένη ή όχι– αναζήτηση της «αρχής».

Η εξέλιξη της σκέψης του Ράμφου ξεπερνάει τα όρια αυτού του άρθρου. Αυτό που θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον είναι το πώς η μεταστροφή του εγγράφεται στην κρίση του χώρου της επαναστατικής ή της νέας Αριστεράς τη δεκαετία του 1970. Ο Ράμφος εδώ δεν είναι μόνος. Η απόρριψη της μαρξιστικής αντίληψης της ιστορίας και η σύνδεση των επαναστατικών ιδεών με τον ολοκληρωτισμό κινούνται παράλληλα με μετατοπίσεις που αποκρυσταλλώθηκαν στην εμφάνιση των Γάλλων «Νέων Φιλοσόφων». Πρόκειται για ένα φαινόμενο με παγκόσμιες διαστάσεις. Aνθρωποι που πρωταγωνίστησαν στα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 1960 επανεμφανίστηκαν στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1970 αποκηρύσσοντας με ένταση το παρελθόν τους. Αν η απογοήτευση από τον σταλινισμό παρήγαγε στον Ψυχρό Πόλεμο μια εντυπωσιακή στρατιά «πρώην κομμουνιστών», τώρα ήταν η σειρά των «πρώην ριζοσπαστών» οι οποίοι εγκατέλειψαν το επαναστατικό όραμα είτε προς άλλες μεγάλες αφηγήσεις είτε προς την ολική άρνηση αυτών.

Στην ευρεία γκάμα της αναθεώρησης, μια ειδικότερη εκδοχή αναγόρευσε αναδρομικά το «1968» ως το σημείο καμπής των δυτικών κοινωνιών. Oχι επειδή ηττήθηκε, αλλά, αντιθέτως, επειδή επέβαλε την ατζέντα του. Ανεξάρτητα από τις εσωτερικές ταλαντεύσεις του Ράμφου για την περίφημη σχέση της Ελλάδας με τη Δύση, ένα σταθερό σημείο της οπτικής του αφορά την αρνητική αποτίμηση μιας συγκεκριμένης εκδοχής της τελευταίας: αυτής που προέκυψε από τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της νιότης του. Εδώ, το σχήμα είναι συνεκτικό. Το 1968 απελευθέρωσε τις επιθυμίες δίχως όρια και αυτή η ρωγμή με τη σειρά της οδήγησε στον καταναλωτισμό, στον λαϊκισμό και εν τέλει στην παρακμή ή με τα λόγια του ιδίου –σε μια συνέντευξή του στο «The Books’ Journal»– «σήμερα, η Ευρώπη και η Αμερική έχουν να αναμετρηθούν με την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά το 1968». Από τη θέση αυτή πήγαζαν οι διαχρονικές τοποθετήσεις του για την «πνευματική νωθρότητα», τις «ηθικές παραιτήσεις» και εν τέλει τον κίνδυνο για εκείνους τους λαούς που αν δεν ξυπνήσουν, «καταντούν αργά ή γρήγορα ιστορικά απόβλητα» [sic].

Με τον τρόπο αυτό, ο Στέλιος Ράμφος αποτέλεσε μία από τις χαρακτηριστικές ελληνικές φωνές της κριτικής στην πολιτισμική κληρονομιά του 1968. Οι θέσεις του πάνω σε τρέχοντα ζητήματα –όπως για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών– δεν ήταν στιγμιαία ολισθήματα. Ηταν απολήξεις μιας διαδρομής όπου ανεξάρτητα από τις διαφορετικές –και αντιφατικές– φάσεις της, ο στοχαστής αντιμετωπίζει την κοινωνία μέσα από τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα «στράβωσαν» τη στιγμή που οι δυναμικές του εκδημοκρατισμού και του αυτοπροσδιορισμού αμφισβήτησαν τις αυθεντίες του παλιού κόσμου. Η ειρωνεία και ενδεχομένως η αντινομία του βίου του Ράμφου συνίστανται στο ότι ο ίδιος διαμορφώθηκε και δίδαξε στη Βενσέν και επέστρεψε στην Ελλάδα φέροντας το συμβολικό κεφάλαιο ενός θεσμού που γεννήθηκε ακριβώς από τη «στιγμή» εκείνη.

*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις