Ο «Σασμός» είναι το αντίθετο της βεντέτας, είναι η συμφιλίωση ανάμεσα σε δύο οικογένειες, προκειμένου να σταματήσει το χειρότερο κακό που μπορεί να ξεσπάσει ανάμεσά τους.
Ο «Σασμός» συνήθως επιτυγχάνεται με την ένωση των δύο οικογενειών, είτε μέσω κουμπαριάς, είτε μέσω κάποιου γάμου, φυσικά στην Κρήτη όπου οι φαμίλιες της νύφης ή του γαμπρού είναι μπλεγμένες σε έναν τρομακτικό κύκλο αίματος κι εκδίκησης. Ο πιο δυνατός σασμός είναι ότι γλιτώσαμε ανθρώπους από σίγουρο σκοτωμό.
Οι σασμάδες είναι οι «ειρηνοποιοί», οι «διαμεσολαβητές», αυτοί που φέρνουν κοντά τις δύο οικογένειες, που βρίσκονται σε «πόλεμο» ετών για διάφορους λόγους, όπως κτηματικές ή προσωπικές διαφορές, όπως το μακελειό στα Βορίζια Ηρακλείου. Σκοπός των σασμάδων είναι η «ένωση» χωρίς προσωπικά οφέλη ή κίνητρα, ενώ ο «Σασμός» μπορεί να επιτευχθεί μετά από προσπάθειες πολλών μηνών.
«Για να κάνεις έναν σασμό χρειάζεσαι ρακί, τυρί, τοπικά προϊόντα. Όταν κάνεις έναν σασμό, πρέπει να φέρεις τους ανθρώπους σε επαφή για πολλή ώρα, για να ταιριάξουν, να συζητήσουν. Ο Σασμός είναι ένας δείκτης πολιτισμού, ευφυΐας και ευστροφίας. Βάσει του σασμού, χωριά άνθισαν μέσα από τα αποκαΐδια τους».
