Ποιος φοβάται ότι οι Γερμανοί ξανάρχονται;


Φόρτωση Text-to-Speech…

Την περασμένη Πέμπτη επρόκειτο να συντονίσω μια εκδήλωση με θέμα «Η Καισαριανή και οι φωτογραφίες των 200: από τις φωτογραφίες των θυτών σε εθνικό μνημείο», που ανέλαβε να διοργανώσει το γερμανικό ίδρυμα Φρίντριχ Εμπερτ (FES) με ομιλητές δύο ιστορικούς, τον Ιάσονα Χανδρινό και τον Βάλεντιν Σνάιντερ. «Πώς συμβάλλει το εύρημα των φωτογραφιών σε μία νέα προσέγγιση της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα; Και τι σημαίνουν οι εικόνες για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας κοινής κουλτούρας μνήμης;», ήταν μερικά από τα ερωτήματα που αναμενόταν να απαντήσουν οι ομιλητές, τροφοδοτώντας και συζήτηση με το κοινό.

Επειτα από τα επικριτικά δημοσιεύματα, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν απειλητικά, οι διοργανωτές αποφάσισαν να ματαιώσουν την εκδήλωση. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακριβώς την προηγούμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε ανοιχτή συζήτηση με το ίδιο θέμα και τους ίδιους ομιλητές υπό την αιγίδα των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, χωρίς να υπάρξουν ανάλογες αντιδράσεις. Υπάρχει τελικά μονοπώλιο στην ιστορική μνήμη; Υπάρχουν φορείς που δικαιούνται και άλλοι που δεν δικαιούνται να διοργανώνουν τέτοιου είδους συζητήσεις;

H Ρεγκίνε Σούμπερτ, διευθύντρια του FES στην Αθήνα, είναι κατηγορηματική: «Κάναμε μια πρόταση για διάλογο. Είναι θεμιτό να μην την αποδεχθεί κάποιος. Είναι θεμιτό, και μάλιστα επιθυμητό, να την αποδεχθεί κάποιος και να εκφράσει ανοιχτά και ελεύθερα μια κριτική άποψη. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτό να εμποδίζει άλλους να κάνουν διάλογο ή να εμποδίζει άλλους να αποδεχθούν μια πρόταση για διάλογο. Αυτό αντίκειται σε κάθε δημοκρατική αρχή και πρακτική».

Το εξέλαβα ως απειλή – «Οταν κάποιος λέει ότι “είναι καθήκον μας να μην πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση”, το εκλαμβάνω ως απειλή. Πιστεύω κι εγώ ότι μάλλον δεν θα γινόταν τίποτα, αλλά και μόνο μια μικρή πιθανότητα να υπάρχει, δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε», λέει η Ρεγκίνε Σούμπερτ, διευθύντρια του Ιδρύματος στην Αθήνα.

Μήπως η επίκληση λόγων ασφαλείας είναι υπερβολική ή προσχηματική; «Δεν είμαι πολύ καιρό σ’ αυτή τη χώρα, αλλά όταν κάποιος λέει ότι “είναι καθήκον μας να μην πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση”, το εκλαμβάνω ως απειλή. Με αυτή τη διατύπωση, τίποτα δεν αποκλείεται. Ως υπεύθυνη της εκδήλωσης έπρεπε να πάρω αποφάσεις όταν δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια των συμμετεχόντων. Πιστεύω κι εγώ ότι μάλλον δεν θα γινόταν τίποτα, αλλά και μόνο μια μικρή πιθανότητα να υπάρχει, δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε», λέει στην «Κ».

Γιατί ματαιώθηκε

«Eίστε ικανοποιημένος που ματαιώθηκε η συζήτηση;», ρωτώ τον συντάκτη του επίμαχου δημοσιεύματος στο Documento Θανάση Πετράκο, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ. «Αν την εκδήλωση τη ματαίωσαν γιατί κατάλαβαν ότι αυτό που πήγαν να κάνουν είναι ιεροσυλία, θα ήμουν χαρούμενος. Αν όμως την εκδήλωση τη ματαίωσαν επειδή φοβήθηκαν ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις και επεισόδια, τότε δεν είμαι καθόλου χαρούμενος, διότι εξ ιδίων κρίνουν τα αλλότρια. Αυτό δείχνει ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει και μάλλον δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν, για να είμαι ακριβής, ότι αυτό που πήγαν να κάνουν είναι απαράδεκτο. Και δη την παραμονή της Πρωτομαγιάς, της επετείου της εκτέλεσης των 200».

Oταν τον ρωτώ αν σκόπευε να έρθει στην εκδήλωση, γελάει: «Τι με ρωτάς τώρα;». «Εγώ πάντως θα σας έδινα τον λόγο να πείτε τις απόψεις σας», τον διαβεβαιώνω. Επιμένει: «Πρέπει να υπάρξει έμπρακτη αναγνώριση από το γερμανικό κράτος των καταστροφών που προξένησε στους Ελληνες, στον ελληνικό λαό και στην ελληνική επικράτεια. Η μη αναγνώριση αυτών δείχνει ότι δεν υπάρχει πεδίο συζήτησης».

Μιλούν εκ του ασφαλούς – «Οι Γερμανοί δεν έχουν την πολυτέλεια να… αναστοχάζονται εκ του ασφαλούς τα εγκλήματά τους, στον βαθμό, μάλιστα, που στην περίπτωση της Ελλάδας αρνούνται να εκπληρώσουν και το υλικό τους χρέος», λέει ο δημοσιογράφος Γιώργος Χαρβαλιάς, ο οποίος πάντως αντιτίθεται σε κάθε μορφή λογοκρισίας.

Οι επικρίσεις δεν προήλθαν μόνο από την Αριστερά, αλλά και από τη συντηρητική εφημερίδα «Δημοκρατία». «Οσοι αντιδρούν θεωρούν πώς επιχειρείται στοχευμένα αναψηλάφηση της ιστορίας στην κατεύθυνση άμβλυνσης των εντυπώσεων από τη γερμανική κατοχή μέσω αβάσιμων συμψηφισμών και στερεοτύπων (“δεν σκότωναν οι Γερμανοί, σκότωναν οι Ταγματασφαλίτες”, “οι μαζικές εκτελέσεις ήταν στρατιωτικά αντίποινα” κ.λπ.). Αυτός ο ιδιότυπος ρεβιζιονισμός “προικοδοτείται” δυστυχώς και από επίσημους γερμανικούς φορείς. Υπό αυτήν την έννοια έχει βάση το επιχείρημα ότι οι Γερμανοί δεν έχουν την πολυτέλεια να… αναστοχάζονται εκ του ασφαλούς τα εγκλήματά τους, στον βαθμό, μάλιστα, που στην περίπτωση της Ελλάδας αρνούνται να εκπληρώσουν και το υλικό τους χρέος (αποζημιώσεις)», λέει στην «Κ» ο δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Γιαβόλ» (εκδ. Πεδίο, 2023) Γιώργος Χαρβαλιάς, ο οποίος αντιτίθεται, πάντως, σε κάθε μορφή λογοκρισίας.

«Στου κρεμασμένου το σπίτι δεν μιλάνε για σκοινί. Δεν ξέρω αν αυτή η ελληνική παροιμία έχει αντίστοιχη στα γερμανικά. Πάντως, είτε στη μία γλώσσα είτε στην άλλη, θα έπρεπε να την ξέρουν ο Γερμανός πρεσβευτής και τα γερμανικά πολιτισμικά ιδρύματα, πριν οργανώσουν, και στη συνέχεια ακυρώσουν ύστερα από διαμαρτυρίες, εκδηλώσεις για τις φωτογραφίες των εκτελεσμένων του 1944 στην Καισαριανή», αναφέρει στο Facebook ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, ο οποίος κάνει λόγο για «δεύτερη εκτέλεση, με συμφιλιωτικά πυρά που ξεδοντιάζουν τη μνήμη από τη δίκαιη οργή της».

Συγγνώμη και αποζημίωση

Αν και διαφωνεί με τον συνάδελφό του, ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ δεν εκπλήσσεται με τις αντιδράσεις. Τις περίμενε και τις φοβόταν γιατί όποτε εμπλέκονται επίσημοι γερμανικοί φορείς, δίνεται το έναυσμα στους γνωστούς καταγγέλλοντες να επαναλαμβάνουν τις ίδιες εκφράσεις: «δεύτερη εκτέλεση, ιεροσυλία». Κατά την επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ, όταν κυκλοφόρησε ότι θα επισκεφθεί το Σκοπευτήριο το 1987 έλεγαν ότι θα βγουν από τους τάφους, θυμάται.

Αλλά και το 2014, όταν ο Γιόακιμ Γκάουκ έγινε ο πρώτος πρόεδρος που κατάφερε να ξεστομίσει τη δυσπρόφερτη λέξη «συγγνώμη» στους Λιγκιάδες, πάλι έλεγαν: «Καλή η συγγνώμη, αλλά να φέρουν οι Γερμανοί και κάνα φράγκο». «Και όχι μόνο κάνα φράγκο, 300 δισ. ευρώ», διευκρινίζει ο Φλάισερ. «Ισως αν ήταν το Ιδρυμα των Πρασίνων που είχε διοργανώσει την εκδήλωση να μην υπήρχαν αντιδράσεις, καθώς το κόμμα είχε υποστηρίξει το αίτημα για το κατοχικό δάνειο».



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις