Φόρτωση Text-to-Speech…

Ακόμη και ως μορφή παραμέλησης μπορεί να θεωρηθεί το «παρκάρισμα» των νηπίων για ώρες μπροστά στην τηλεόραση, για να παραμείνουν ήσυχα. Αυτό τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο ψυχίατρος παιδιών και εφήβων στο Τμήμα Παιδοψυχιατρικής και Ψυχοθεραπείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ουλμ στη Γερμανία και από το 2023 πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής (ESCAP/escap.eu) Γιοργκ Φέγκερτ. «Τα παιδιά χρειάζονται οπτική επαφή και άμεση αλληλεπίδραση με τους γονείς τους».
Η διαχείριση ενός ολοένα και πιο ψηφιοποιημένου κόσμου είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τους νέους και τους γονείς τους σήμερα, υποστηρίζει, με τους παιδοψυχιάτρους να έρχονται αντιμέτωποι με νέες μορφές τραύματος. «Τα κορίτσια στην αρχή της εφηβείας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις συγκρίσεις σώματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και αυτό μπορεί να έχει έντονα αρνητική επίδραση στην αυτοεκτίμησή τους και να οδηγήσει σε σοβαρή ψυχολογική δυσφορία».
Κακοποίηση και εκφοβισμός
Οι ειδικοί έρχονται επίσης καθημερινά σε επαφή με τις συνέπειες της σεξουαλικής κακοποίησης και του διαδικτυακού εκφοβισμού. «Παρατηρούμε ότι, λόγω των αλγορίθμων, τα αγόρια επηρεάζονται πολύ συχνότερα ως θύματα σε σχέση με τον αναλογικό κόσμο. Στον αναλογικό κόσμο, η σεξουαλική κακοποίηση αφορά συνήθως κορίτσια σε ποσοστό περίπου 80%-90%. Στα ψηφιακά περιβάλλοντα, τα ποσοστά είναι σχεδόν ίσα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Αυτό σημαίνει ότι, για παράδειγμα, δράστες με παιδοφιλικά ενδιαφέροντα προς αγόρια μπορούν να προσεγγίσουν πολύ πιο εύκολα αγόρια μέσω στοχευμένου grooming στο Διαδίκτυο».
Οπως σημειώνει, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιοριστούν τα προγράμματα πρόληψης ώστε και τα αγόρια να ενημερώνονται με πιο συγκεκριμένο τρόπο για αυτούς τους κινδύνους. «Αυτό που είναι πολύ ανησυχητικό είναι ότι παιδιά που έχουν βιώσει κακοποίηση ή σεξουαλική βία στον πραγματικό κόσμο επανατραυματίζονται αργότερα, εν μέρει και μέσω της δικής τους χρήσης του Διαδικτύου».
Η συζήτησή μας πραγματοποιήθηκε με αφορμή την οργάνωση του 22ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου της ESCAP στις 24-27 Ιουνίου του 2027 στην Αθήνα («Η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων σε έναν πολωμένο κόσμο» / escap2027.eu), μια ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη για τη χώρα μας και για την Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος. Συμπτωματικά, στις αρχές Απριλίου η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε τα μέτρα περιορισμού της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών.
«Τα παιδιά πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζουν ότι είμαστε δίπλα τους, ακόμη κι αν έχουν κάνει κάποια ανοησία ή έχουν αποτύχει, ότι αγαπιούνται και γίνονται αποδεκτά άνευ όρων».
Χωρίς να επιθυμεί να σχολιάσει συγκεκριμένα τις ανακοινώσεις, είπε ότι η επιστημονική κοινότητα ακόμη δεν γνωρίζει τις μακροπρόθεσμες ψυχολογικές επιπτώσεις των ψηφιακών περιβαλλόντων στα παιδιά. «Οι διατομεακές μελέτες και οι μακροχρόνιες μελέτες που να αποδεικνύουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι προς το παρόν λίγες. Υπάρχουν κάποιες μεγάλες μελέτες, για παράδειγμα στις ΗΠΑ, που καθιστούν τα δεδομένα τους δημοσίως διαθέσιμα, ώστε ερευνητές από όλο τον κόσμο να μπορούν να διερευνήσουν τέτοιες επιπτώσεις. Το ίδιο έχουμε κάνει και εμείς με τις δικές μας ομάδες. Πάντως, ιδιαίτερα στις ευάλωτες ομάδες, όπως τα τραυματισμένα παιδιά, οι συνέπειες είναι πολύ πιο έντονες από ό,τι στον γενικό πληθυσμό».
Ο ρόλος του γονιού
Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος του γονιού είναι ο πλέον κρίσιμος. «Το πιο σημαντικό είναι να παραμένουμε σε διάλογο με τα παιδιά και να διατηρούμε μια συναισθηματική σύνδεση. Δεν χρειάζεται πάντα να περνάει των γονιών, αλλά να κατανοούν τα παιδιά τη δική μας οπτική και να γνωρίζουν ποιες αξίες και κανόνες θεωρούμε σημαντικούς, προκειμένου να μπορέσουν να εσωτερικεύσουν το δικό τους σύστημα κανόνων. Αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζουν τα παιδιά πως “ό,τι λάθη κι αν έχω κάνει, όσο άσχημα κι αν νιώθω, μπορώ πάντα να απευθυνθώ στους γονείς μου”. Και συχνά είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει και ένα άλλο πρόσωπο εμπιστοσύνης, όπως ένας νονός ή μια νονά, στενοί φίλοι ή συνομήλικοι, στους οποίους μπορούν να εκμυστηρευθούν κάτι που τους απασχολεί».

Ο γονιός χρειάζεται να συμβουλεύει, ωστόσο η υπερβολική αυστηρότητα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. «Προσπαθώντας να προστατεύσουν τα παιδιά τους, τους εξηγούν ότι δεν πρέπει να ανταποκρίνονται σε σεξουαλικοποιημένες προσεγγίσεις ή προσπάθειες grooming (σ.σ. αποπλάνησης). Απαγορεύουν επίσης στα παιδιά τους, για παράδειγμα, στις πρώτες ερωτικές σχέσεις, να τραβούν γυμνές φωτογραφίες ή να τις ανταλλάσσουν, επειδή στην πράξη τέτοιες εικόνες πολύ συχνά χρησιμοποιούνται αργότερα ως μέσον εκβιασμού και κατάχρησης. Στην κλινική μας βλέπουμε, δυστυχώς, επανειλημμένως περιπτώσεις όπου παιδιά κατά τα άλλα ψυχικώς σχετικά σταθερά, σε στιγμές απόγνωσης, επιχειρούν αυτοκτονία επειδή γνώριζαν ότι δεν έπρεπε να κάνουν ορισμένα πράγματα, αλλά στην πρώτη εμπειρία ερωτικής σχέσης υπέθεσαν ότι ο σύντροφός τους δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, “είναι εντελώς διαφορετικός”. Οταν τελικά συμβεί, δεν τολμούν να μιλήσουν σε κανέναν, επειδή φοβούνται τις συνέπειες. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποφύγουμε. Τα παιδιά πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζουν ότι είμαστε δίπλα τους, ακόμη κι αν έχουν κάνει κάποια ανοησία ή έχουν αποτύχει, ότι αγαπιούνται και γίνονται αποδεκτά άνευ όρων και ότι πάντα μπορεί να βρεθεί μια λύση. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο για μένα».
Οι «χαμένες μάχες»
Οπως τονίζει, το πλέον ουσιώδες είναι να ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση και τη συναισθηματική ασφάλεια των παιδιών και να διατηρούμε μια καλή συναισθηματική σχέση, ακόμη κι όταν κάποιες φορές απελπιζόμαστε επειδή το δωμάτιο δεν είναι τακτοποιημένο. «Εχει νόημα να μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά να βάζουν τάξη. Αλλά όποιος συνεχίζει να μαλώνει με έναν 15χρονο για το αν είναι τακτοποιημένο το δωμάτιό του, χάνει πολύ πιο σοβαρά ζητήματα της εφηβείας, όπως η προβληματική χρήση του Διαδικτύου, η κατανάλωση κάνναβης και άλλα σχετικά θέματα. Η επιτυχημένη γονεϊκότητα είναι στην πραγματικότητα μια σειρά από “χαμένες μάχες” με το κεφάλι ψηλά».
