Ο χαμαιλέοντας Λουίς Ενρίκε και η πτυχιακή της Παρί


Φόρτωση Text-to-Speech…

Ανήκει στην οικογένεια των Chamaeleonidae, βρίσκεται στην φύση με πάνω από 160 διαφορετικά είδη, αρκετά από αυτά αλλάζουν χρώμα ως παραλλαγή για να κρύβονται, να προστατεύονται ή απλώς για να δείξουν τις προθέσεις τους σε όποιον έχουν απέναντί τους, άνθρωπο, ζώο ή κατάσταση της φύσης.

Η σαύρα χαμαιλέοντας ευδοκιμεί ως επί το πλείστον σε θερμά κλίματα και διάφορα είδη της συναντώνται και στη Νότια Ευρώπη. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μάλιστα, μπορούν να πάρουν ανθρώπινη μορφή και θα τα δείτε να κυκλοφορούν καμαρωτές, και με το δίκιο τους, στα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Ευρώπης.

Την εποχή που ήταν ποδοσφαιριστής, το προσωνύμιο «χαμαιλέοντας» ακολουθούσε παντού τον Λουίς Ενρίκε Μαρτίνεθ Γκαρθία. Ξεκίνησε την καριέρα του ως αριστερό μπακ και έτσι «έφτιαξε» το όνομά του και πήρε την πρώτη του μεγάλη μεταγραφή, προωθήθηκε στην μεσαία γραμμή, στα εξτρέμ και έκλεισε μια σπουδαία σταδιοδρομία με κεντρικούς σταθμούς τις Ρεάλ Μαδρίτης (πέντε χρόνια) και Μπαρτσελόνα (οκτώ) ως επιθετικός ή μεσοεπιθετικός.

Με εξαίρεση την θέση του τερματοφύλακα και αυτή του κεντρικού αμυντικού ο «Λούτσο», όπως τον βάφτισε ο Μεξικανός συμπαίκτης του στην Σπόρτινγκ Χιχόν, Λουίς Φλόρες, πέρασε κάποια στιγμή από όλες τις άλλες θέσεις της ενδεκάδας!

Και, όταν αποφάσισε να γίνει προπονητής, έβαλε σκοπό της ζωής του να έχει στην διάθεσή του όσο το δυνατόν περισσότερους ποδοσφαιριστές σαν και αυτόν, πολύπλευρους, πολυτάλαντους και πολυθεσίτες.

«Το όνειρό μου είναι να έχω είκοσι ποδοσφαιριστές που να μπορούν να παίξουν όλες τις θέσεις, εκτός από αυτή του τερματοφύλακα εννοείται» είπε σε ανύποπτο χρόνο. «Φαντάσου τον αντίπαλο προπονητή να βλέπει την ενδεκάδα και να αναρωτιέται ποιος παίκτης θα παίξει που» συνέχιζε την σκέψη του.

Το βράδυ της Τετάρτης (06/05), ο Βενσάν Κομπανί ήξερε ακριβώς που θα έπαιζε κάθε ποδοσφαιριστής της Παρί και ότι ο Ουαρέν Ζαΐρ – Εμερί, η φυσική θέση του οποίου είναι στην μεσαία γραμμή, θα αναλάμβανε κατά συνθήκη αυτή του δεξιού μπακ, προκειμένου να καλύψει το κενό του τραυματία Ασράφ Χακίμι.

Ακόμα και έτσι, όμως, ο άπειρος (σε σχέση με τον Λουίς Ενρίκε) Βέλγος τεχνικός, αφού τους χωρίζουν 15 χρόνια ηλικίας και έντεκα στους πάγκους, πήρε ένα πολύ καλό, όσο και σκληρό μάθημα από τον Ισπανό αντίπαλό του.

Η Παρί συνδύαζε αρμονικά την πίεση ψηλά με άμυνα σε χαμηλό μπλοκ, ο εξαιρετικός (παρότι αγωνιζόμενος σε άλλη θέση) Ζαΐρ – Εμερί περιόρισε στο ελάχιστο την δράση του Λουίς Ντίας, ενώ οπότε χρειαζόταν ο Μαρκίνιος τον κάλυπτε, με τον Βραζιλιάνο κεντρικό αμυντικό να καλύπτεται αντίστοιχα από τα τρεχαντήρια πολυτελείας που έχει η ομάδα στην μεσαία γραμμή: Βιτίνια, Ζοάο Νέβες και Φαμπιάν Ρουίθ.

Από εξαιρετική πάσα του τελευταίου ξεκλειδώθηκε η βαυαρική άμυνα για να έρθει το γρήγορο γκολ του Ουσμάν Ντεμπελέ, το οποίο επέτρεψε στους Παριζιάνους να εφαρμόσουν ακόμα πιο πιστά το τακτικό πλάνο που είχε επιλέξει ο προπονητής τους.

Αυτό, με την συνδρομή και επιτιθέμενων όπως ο ακούραστος Κβίτσα Κβαρατσχέλια, βραχυκύκλωσε και τον παίκτη που κάνει την διαφορά στα άκρα της Μπάγερν, τον Μίκαελ Ολίσε, ο οποίος έχασε 29 (!) φορές την μπάλα, όχι βεβαίως μόνο λόγω της άμυνας επάνω του, αλλά και του εκνευρισμού του επειδή δεν του έβγαινε τίποτε καλά, κόντρα στον ιστό που είχαν υφάνει οι συμπαίκτες του Ματβιέι Σαφόνοβ μπροστά από την εστία του.

Ο Χάρι Κέιν, παρότι σκόραρε στο φινάλε για να δώσει (μάταιη) ελπίδα παράτασης στην ομάδα του, πήρε ελάχιστες φορές την μπάλα σε σημείο που μπορούσε να απειλήσει πραγματικά, ο Κομπανί επέμεινε λανθασμένα να τον κρατάει ψηλά, αλλά και όταν γύρναγε πίσω μήπως μπορέσει να «κάνει παιχνίδι», πάντα είχε έναν παίκτη επάνω του, κάτι που δεν είχε συμβεί (τουλάχιστον με αυτή την αποτελεσματικότητα) για παράδειγμα στην καταπληκτική του ασίστ στον Ντίας, στο 5-4 της πρώτης αναμέτρησης.

Η Μπάγερν δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί μεθοδικά, κατέληξε να ψάχνει (μάταια) να απειλήσει ύστερα από βαθιές μπαλιές του Μάνουελ Νόιερ, οι σωτήριες αποκρούσεις του οποίου απέτρεψαν από το να «καθαρίσει» πολύ νωρίτερα την πρόκριση η Παρί, σημειώνοντας και δεύτερο, και τρίτο γκολ.

«Παίξαμε αγγελικά στην άμυνα» επισήμανε ο προπονητής της Παρί Σεν Ζερμέν για την «πτυχιακή» της πρωταθλήτριας Ευρώπης στην «Αλιάντς Αρένα», την οποία θα μπορούσε κάλλιστα να δηλώσει ως… δεύτερη έδρα της, παρότι το Μόναχο απέχει περί τα 800 χιλιόμετρα από το Παρίσι.

Στο συγκεκριμένο γήπεδο κατέκτησε πέρυσι τέτοια εποχή το παρθενικό Champions League της ιστορίας της και, μάλιστα, με την ευρύτερη διαφορά που έχει σημειωθεί ποτέ σε τελικό της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης (5-0 την Ιντερ).

Και, στο ίδιο γήπεδο, τσέκαρε το εισιτήριο για τον τελικό της 30ής Μαΐου στο «Πούσκας Αρένα» της Βουδαπέστης, όπου ο Λουίς Ενρίκε θα βρει απέναντί του τον «Μικελίτο», όπως αποκάλεσε χαϊδευτικά τον Αρτέτα.

Οχι, βεβαίως, επειδή υποτιμά τον Βάσκο τεχνικό της Αρσεναλ (κάθε άλλο), αλλά επειδή συνέπεσαν, έστω και εξ’ αποστάσεως, στην Μπαρτσελόνα, όταν ο Λουίς Ενρίκε ήταν ένας καθιερωμένος αστέρας της πρώτης ομάδας και ο έντεκα χρόνια μικρότερός του Αρτέτα έπαιζε στο φυτώριο των Μπλαουγκράνα, χωρίς να ανέβει ποτέ στην ανδρική.

Σε λίγες ημέρες, ο «Λούτσο« και ο «Μικελίτο» θα διεκδικήσουν τον ευρωπαϊκό θρόνο. Στα χαρτιά, ο πρώτος έχει προβάδισμα, γιατί η ομάδα του παίζει στο τέμπο του περισσότερο καιρό απ’ ότι αυτή του δεύτερου, ο οποίος άλλωστε πρόσθεσε και αρκετά εξαρτήματα πολυτελείας το περασμένο καλοκαίρι.

Όπως και να’ χει, αμφότερους δεν τους συνδέει μόνο η Μπάρτσα, αλλά και μια κοινή ποδοσφαιρική φιλοσοφία, η οποία έχει ως σημείο αναφοράς την κατοχή της μπάλας. «Αν έχω εγώ την μπάλα, διασφαλίζω ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να μου κάνει ζημιά» έλεγε ο Γιόχαν Κρόιφ, ο οποίος υπήρξε εμμέσως μέντορας και των δύο.

Ο Λουίς Ενρίκε γιατί πέρασε από την Μπαρτσελόνα ως ποδοσφαιριστής, ύστερα μάλιστα από εισήγηση του Κρόιφ, παρότι ο Ολλανδός δεν πρόλαβε να συνεργαστεί μαζί του, αλλά κυρίως ως (πετυχημένος) προπονητής.

Συνεργάστηκε με τον πολύ καλό του φίλο Πεπ Γκουαρδιόλα, ο οποίος χρόνια αργότερα πήρε στο τεχνικό του τιμ στην Μάντσεστερ Σίτι τον Αρτέτα, όταν ο Βάσκος αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με την προπονητική.

Σε αντίθεση με τον Πεπ, όμως, ο Λουίς Ενρίκε δείχνει πιο ευέλικτος και δεν έχει κανένα πρόβλημα να καταφύγει στο «αμυντικό» παιχνίδι, όπως στην ρεβάνς του Μονάχου, ενώ ο Αρτέτα έχει προσθέσει στοιχεία και από τον άλλο μέντορά του, Αρσέν Βενγκέρ, τον οποίο φιλοδοξεί να ξεπεράσει σε λίγες ημέρες, κατακτώντας το τρόπαιο που δεν μπόρεσε ο Αλσατός καθηγητής.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις