
Ο κατάλογος των καναδικών εισαγωγών που υπόκεινται πλέον σε δασμούς 50% στις ΗΠΑ περιλαμβάνει χάλυβα, φύκια, μελάνι, δέρματα ζώων, λουριά σκύλων, βαλίτσες, κόντρα πλακέ, πλεκτά καπέλα, πλωτές αποβάθρες, έπιπλα, ουίσκι, μέλι και, φυσικά, μπαστούνια του χόκεϊ. Αλλά οι δασμοί στο αλουμίνιο δείχνουν με τον πιο έντονο τρόπο τον παράλογο χαρακτήρα του εμπορικού πολέμου του προέδρου Τραμπ με τον βόρειο γείτονα. Ο Καναδάς έστειλε στις ΗΠΑ προϊόντα αλουμινίου αξίας σχεδόν 10 δισ. δολ. πέρυσι. Το μέταλλο χρησιμοποιείται στις κατασκευές, στα αυτοκίνητα, στα έπιπλα, στα κουτιά αναψυκτικών και σε αμέτρητα άλλα πράγματα. Ο Τραμπ έχει κάθε υποχρέωση να επιβάλει τους εμπορικούς νόμους και να αποτρέψει άλλα έθνη από το να μας εκμεταλλεύονται αθέμιτα. Αλλά η καναδική βιομηχανία αλουμινίου δεν έχει εξαπατήσει τις ΗΠΑ. Η Αμερική χρειάζεται το αλουμίνιο για να διατηρεί σε λειτουργία τα εργοστάσια αυτοκινήτων της και να διατηρεί χαμηλές τις τιμές των τροφίμων και των ποτών, και ο Καναδάς είναι ο καλύτερος στην παραγωγή του. Σε αντίθεση με τον χάλυβα, το αλουμίνιο παράγεται από αλουμίνα, ένα παράγωγο του βωξίτη, η οποία υποβάλλεται σε επεξεργασία με ηλεκτρικό ρεύμα. Με το κόστος της ενέργειας να αγγίζει το 40% της συνολικής παραγωγής, το καναδικό αλουμίνιο δεν είναι απλώς ένα μέταλλο, αλλά ηλεκτρική ενέργεια σε στερεά μορφή.
Με το άφθονο χιόνι, τις λίμνες και τα ποτάμια του, ο Καναδάς διαθέτει τεράστιους υδροηλεκτρικούς πόρους, συχνά σε αραιοκατοικημένες περιοχές. Ως αποτέλεσμα, η χώρα διαθέτει άφθονη αξιόπιστη και φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που της δίνει πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ στην τήξη αλουμινίου. Σήμερα, λειτουργούν οκτώ χυτήρια στο Κεμπέκ και ένα στη Βρετανική Κολομβία, τα οποία παράγουν περίπου 3,64 εκατ. τόνους μετάλλου ετησίως. Οι ΗΠΑ προμηθεύονται περίπου το 60% έως 70% του εισαγόμενου αλουμινίου από τον Καναδά.
Η προσπάθεια των ΗΠΑ να αναπτύξουν μια αυτόνομη και ανταγωνιστική βιομηχανία αλουμινίου προσέκρουσε διαχρονικά στο υψηλό ενεργειακό κόστος. Σχεδόν 30 αμερικανικά χυτήρια έκλεισαν από το 1980, καθώς η παραγωγή αλουμινίου απαιτεί σταθερή και φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, έναν τομέα στον οποίο ο Καναδάς διαθέτει φυσικό πλεονέκτημα. Η ίδια η Alcoa μετέφερε το βάρος των δραστηριοτήτων της στον Καναδά, διατηρώντας μόλις δύο ενεργές μονάδες στις ΗΠΑ. Μία από αυτές, στη Μασένα της Νέας Υόρκης, επιβιώνει χάρη σε κρατικές επιδοτήσεις και κίνητρα εκατομμυρίων δολαρίων. Χωρίς αυτές τις ενισχύσεις, η εγχώρια παραγωγή είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί τις εισαγωγές, καθιστώντας τους αμερικανικούς δασμούς καταστροφικούς για εγχώριους κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία επιβαρύνθηκε με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Παρά τις εξαγγελίες του Ντόναλντ Τραμπ για αναβίωση της εγχώριας μεταποίησης και τη στήριξη μιας νέας επένδυσης 4 δισ. δολ. στην Οκλαχόμα με αραβικά κεφάλαια, οι θέσεις εργασίας στον τομέα μειώνονται. Το γηρασμένο αμερικανικό ηλεκτρικό δίκτυο, οι ανερχόμενες τιμές ρεύματος, η επιβράδυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η αβεβαιότητα όσον αφορά την πολιτική των δασμών καθιστούν τις πολυετείς επενδύσεις εξαιρετικά παρακινδυνευμένες. Η επικράτηση του φθηνότερου καναδικού αλουμινίου δεν αποτελεί αθέμιτο ανταγωνισμό αλλά οικονομικό πλεονέκτημα. Η λογική επιβάλλει στις ΗΠΑ να εισάγουν χαμηλού κόστους αλουμίνιο από τον Καναδά και να επενδύουν σε τομείς όπου διατηρούν πλεονέκτημα, όπως ο σχεδιασμός τσιπ ή η τεχνητή νοημοσύνη, αντί να διακινδυνεύουν μια ιστορική οικονομική συμμαχία 150 ετών.
