Διαστρέβλωση της Ιστορίας αποτελεί η άνοδος ακροδεξιού κόμματος στη Γερμανία, της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), με την ενίσχυση αυτή να τροφοδοτείται από ιδιότυπη ερμηνεία του παρελθόντος. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή τρέφεται από την ευρεία απογοήτευση με τη φιλελεύθερη, πολυπολιτισμική, ενωμένη Γερμανία, δεσμευμένη στη μνήμη του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών εγκλημάτων.
Η AfD είναι σήμερα το δημοφιλέστερο κόμμα στη χώρα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, και βρίσκεται για πρώτη φορά πολύ κοντά στην ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων σε γερμανικό κρατίδιο. Εκμεταλλεύθηκε τα οικονομικά προβλήματα και τη φυγή των βιομηχανιών, καθώς και το αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο το κόμμα αποδίδει στη μετανάστευση νέων μουσουλμάνων την τελευταία δεκαετία.
«Ζούμε σε κατακερματισμένο κόσμο και σε συνθήκες αυξανόμενης ανισότητας, χωρίς ενωτικό αφήγημα», λέει ο Μοχάμεντ ελ Εριάν, οικονομολόγος στη Σχολή Ουόρτον του Πανεπιστημίου Penn. Αυτό το αίσθημα ανασφάλειας, υποστηρίζουν οι ειδικοί, κάνει πολλούς να νοσταλγούν ένα ιδεατό παρελθόν, στο οποίο η ζωή ήταν απλούστερη, οι δομές της οικογένειας πιο σαφείς και τα δυτικά κράτη παρέμεναν χριστιανικά και λιγότερο συμπεριληπτικά.
Σε όλη την Ευρώπη, ακροδεξιοί ηγέτες εξιδανικεύουν το παρελθόν, παραλείποντας ενοχλητικά δεδομένα, όπως ο Μουσολίνι στην Ιταλία, η συνεργασία με τους ναζί, η σοβιετική κατοχή και οι ανισότητες στη Βρετανία της Θάτσερ. Η Εθνική Συσπείρωση στη Γαλλία, πρώτη στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές του 2027, έθεσε τη γαλλική εθνική ταυτότητα στο επίκεντρο της εκστρατείας, με αναφορές σε εθνικούς ήρωες, όπως η Ιωάννα της Λωρραίνης, και με την «εξυγίανση» του δωσιλογικού καθεστώτος του Βισί. Την έμφαση στις εθνικές αξίες, την αφομοίωση και τη διαφύλαξη των συμφερόντων των ομοεθνών και ομόδοξων πολιτών μοιράζονται πολλά ευρωπαϊκά κόμματα της άκρας Δεξιάς.
Πίσω από τις σκληρές αντιμεταναστευτικές θέσεις, τα κόμματα αυτά φαντασιώνονται απειλή στην πολιτιστική και στην εθνική ταυτότητα. Θεωρούν ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι λευκός και χριστιανικός, απειλούμενος από την παγκοσμιοποίηση, το Ισλάμ και την εξασθένιση του εθνικού φρονήματος από θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.
«Βιώνουμε το τέλος του μακρού 20ού αιώνα. Η ευθύνη για τα εγκλήματα του ναζισμού δεν μπορεί πια να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για τη σταθεροποίηση του γερμανικού πολιτικού συστήματος», λέει ο αναλυτής Ιβάν Κράστεφ. «Οι ψηφοφόροι στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας νοσταλγούν έναν κόσμο ο οποίος τους ήταν κατανοητός. Η υπερηφάνεια που ένιωθαν οι πολίτες χάθηκε, κάνοντάς τους ευεπίφορους σε μηνύματα πολιτικών κομμάτων που μιλούν για μεγαλείο και υπερηφάνεια», καταλήγει ο Κράστεφ.
Εκδοχή του παραπάνω επιχειρήματος ακούστηκε σε ομιλίες των προσκεκλημένων στο οικονομικό φόρουμ Αμπροζέτι στην Ιταλία, όπως του υπαρχηγού του γαλλικού RN Ζορντάν Μπαρντελά και του Ρομπέρτο Βανάτσι, ανερχόμενου πολιτικού αστέρα με θέσεις δεξιότερα της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι.
«Η Δύση επαναπαύθηκε στη δημοκρατία και άρχισε να αγνοεί επικίνδυνες δυνάμεις. Η αποσάθρωση των δημοκρατικών θεσμών και η άνοδος του λαϊκισμού οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις αποτυχίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας», λέει ο νομπελίστας οικονομολόγος Νταρόν Ατσέμογλου. Οι δύο πυλώνες της αποτυχίας αυτής, εξηγεί ο Ατσέμογλου, είναι οικονομικοί και αφορούν την ενισχυόμενη ανισότητα και την απουσία πρωτοβουλιών διανομής του πλούτου, αλλά και την επικράτηση πολιτικής κουλτούρας η οποία περιφρονεί τους λιγότερο προνομιούχους και τις ανησυχίες τους.
Η βούληση των ψηφοφόρων θα αποτυπωθεί σε κρίσιμες εκλογές το ερχόμενο έτος σε Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία, χώρες με μεγάλα ακροδεξιά κόμματα, που επιδιώκουν με κάθε τρόπο να επιβάλουν τα ιδανικά και τις πολιτικές προτάσεις τους στην Ευρώπη.
